Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2015

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ! Ο Βασίλης Μόσχης στην εφημ. ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ


- Κουράστηκα! Βαρέθηκα! Κου-ρά-στη-κα!
- Σε έπιασε πάλι το νευρικό σου!
- Όχι, ρε, καθόλου! Κουράστηκα κάθε μέρα, τα ίδια και τα ίδια! Κουράστηκα αυτό το … πώς να το πω, αυτό που ζούμε… Κουράστηκα να σκέφτομαι ότι σήμερα έτσι, αύριο έτσι, μεθαύριο παραέτσι… Δεν είναι δυνατόν αυτό το πράγμα! Αυτό το αβέβαιο μου έχει κάνει τα νεύρα κουρελού, κρόσσια σε σημαία που ανεμοδέρνεται σε πάνω από πέντε μποφόρ αγέρηδες, τσατάλια τα νεύρα μου…, τσατάλια…, τι δεν κατάλαβες;
- Πάρε ένα ηρεμιστικό πρώτα να μιλήσουμε!
- Δεν παίρνω τίποτα. Μ’ αρέσει έτσι όπως είμαι. Το απολαμβάνω καλύτερα. Τι θες; Με το χαπάκι να ηρεμήσω; Πώς θα καταλάβω τότε ότι έχω νεύρα, ότι με πειράζει όλο αυτό; Να καθίσω και να ηρεμήσω; Να αποκτήσω το ηλίθιο βλέμμα της αγελάδας, και το χαμόγελο του πανίβλακα;
- Ε, είπα…
- Ρε, ξημερώνει κάθε μέρα με τον ίδιο το σκοπό, νυχτώνει ξημερώνει και ούτε καταλαβαίνεις τίποτα. Τίποτα, σου λέω! Για πες μου σκέφτεσαι τίποτα άλλο, εκτός από το πώς θα την βγάλει καθαρή; Πως θα περάσει η μέρα και το βράδυ να κάνεις το σταυρό σου και πεις, τυχερός είμαι, αύριο θα δούμε…
- Ε, είπα…
- Ρε, η ζωή μας αφυδατώθηκε, συρρικνώθηκε, δεν αναπνέει, κρατιέται μόνο έτσι για να υπάρχει, για να λέμε ότι αυτή χώρα έχει κατοίκους, δεν είναι μια έρημη χώρα, δεν την κατοικούν φαντάσματα, δεν ακούγεται το χτύπημα της πόρτας του σαλούν να χτυπιέται από τον άνεμο που σκορπάει τη σκόνη σε μια έρημη πόλη…
- Να και το γουέστερν… Θυμήθηκες και τα παιδικάτα σου που έτρεχες να δεις τα καουμπόικα φιλμ με το ατρόμητο παλικαράκι…
- Περσινά ξινά σταφύλια… Πέρασαν αυτά… Τώρα νομίζουμε ότι τρέχουμε…, τρέχουμε…, τρέχουμε… και δεν βλέπουμε ότι είμαστε σημειωτόν στο ίδιο σημείο! Καρφωμένοι σε μια ξερή γη, που την περικυκλώνει ένα ρυάκι πλημμυρισμένο από τον ιδρώτα μας που ανακυκλώνεται σε μια κυκλική πορεία χωρίς αρχή και τέλος…
- Μόνο τέλος… Μόνο τέλος…