Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Νίκος Γούλιας | ΣΜΥΡΝΑ | Εκδόσεις Ψυχογιός




Νίκος Γούλιας
Σμύρνα
Εκδόσεις Ψυχογιός


Να σκεφτείς ότι ο Νίκος Γούλιας κατάφερε να γλιστρήσει από το παρελθόν για να  μας διηγηθεί την ιστορία, είναι επιεικώς παράλογο. Βιολογικά δεν στέκει. Ο Νίκος Γούλιας δεν μπορεί να ήταν τότε εκεί. Κι όμως ήταν. Και μας μετέφερε όλο το άρωμα της εποχής με μια μοναδική μαεστρία για να ζήσουμε μαζί του εκείνη την υπέροχη εποχή με μια γραφή μοναδικά υπέροχη!
Ο συγγραφέας ξετυλίγει με σκανδαλίζουσα άνεση την αφήγησή του ζωγραφίζοντας με λεπτομερή παρατηρητικότητα τις εικόνες που δημιουργεί, αλλά και τη γλώσσα των διαλόγων που είναι εξίσου απολαυστικοί.
Η Σμύρνη και η ιστορία της, η ζωή της, ο θάνατος της, είναι σημεία στο χρόνο που έχουν μείνει ανεξίτηλα χαραγμένα στη σκέψη μας, στα όνειρά μας, στους εφιάλτες μας. Είναι τα γεγονότα που σημάδεψαν και τις δυο πλευρές του Αιγαίου, με όλα τα επακόλουθά τους. Μετά από τόσα χρόνια, συνεχίζει να είναι από τα «αγαπημένα» θέματα των συγγραφέων.
Ο Νίκος Γούλιας με αυτό το τρίτο βιβλίο «Σμύρνα» της τριλογίας του «Στα Χρόνια της Ομίχλης» μας κλειδώνει στην δική του μηχανή του χρόνου και μας μεταφέρει με την δική του γλαφυρή γραφή στους δρόμους της Σμύρνης, στα προάστια της, στα σπίτια της, μας χαρίζει απλόχερα τα αρώματα και τις μυρωδιές και τις  ανάσες της.

Η Σμύρνα και η Σμύρνη. Μια γυναίκα, μια πόλη. Ζουν και πορεύονται παράλληλα η μια δίπλα στην άλλη. Μια γυναίκα με τις χάρες μιας πόλης. Μια πόλη με τις χάρες μια γυναίκας!
Ο Νίκος Γούλιας μας οδηγεί ρεαλιστικά στην παράλληλη ζωή της πόλης και της γυναίκας. Ξεκινώντας την περιπέτεια της ανάγνωσης νιώθεις ότι φυγαδεύεσαι στο παρελθόν με την μαγική πένα του συγγραφέα που δεν ελπίζουμε, αλλά είμαστε σίγουροι ότι θα δείξει την δεινότητά της και σε επόμενα έργα. Λογίζοντας την τριλογία του αυτή ως το πρώτο του έργο, τα επόμενά του τα αναμένουμε όχι εξ ίσου υπέροχα, αλλά άκρως καταπληκτικά!

Μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο:

“Είπαμε να διώξομε τον οχτρό, όι και τις ανθρώποι. Πάππου προς πάππου, μπρε Ισμέτ, σε τούτηνα τη γης ούλοι αντάμα εζήσαμεν, και τούτοι…”
Πνίγηκε στον λαιμό η λαλιά του. Δεν ήθελε να ονοματίσει…

“…οι κήποι στις παραλιακές βίλες που είχαν οι λεβαντίνοι και οι πλούσιοι Σμυρνιοί, θαρρείς και συναγωνιζόντουσαν σε ανθοφορία, είχαν κατακλύσει εκείνο το απόβραδο της Πρωτομαγιάς με ανάμεικτα αρώματα από νυχτολούλουδα, πασχαλιές και μεθυσμένα φούλια…”

“…με τη Σμύρνα να βάζει πότε από το ένα άρωμα και πότε από το άλλο, τη μια στον έναν της καρπό, την άλλη στον άλλο, ώσπου δεν είχε μείνει ελεύθερο μέρος των χεριών της που να μην το ‘χει αρωματίσει. Μπαχτσές μοσχοβολούσε ολόκληρη. Αλλού μύριζε γιασεμί κι αλλού λεβάντα, αλλού μοσχοκάρυδο κι αλλού βαριά κανέλα. Από το μπράτσο τον κρατούσε και κυριολεκτικά τον τραβούσε από τη μια μεριά στην άλλη. Σταματημένη μπροστά από τα ανοιχτά σακιά με τα χρωματιστά λιβάνια, γελώντας του ‘δειξε με νόημα το κοκκινωπό της σμύρνας. «Κατάλαβες τώρα γιατί με φωνάζουνε έτσι;…”

 …Αν ήσουνα στους εφιάλτες μου, θα ‘βλεπες πού ήμουνα…» της είπε και με τη μία απόσωσε το κρασί του. «Ήμουνα σε μέρη άγνωστα, πατούσα σε μέρη ξένα, ήμουνα σε μια έρημη γη, στη φωτιά και στο μολύβι… Στην Κόλαση ήμουνα, Σμύρνα. Στην Κόλαση!»

…με τη Σμύρνα να βάζει πότε από το ένα άρωμα και πότε από το άλλο, τη μια στον έναν της καρπό, την άλλη στον άλλο, ώσπου δεν είχε μείνει ελεύθερο μέρος των χεριών της που να μην το ‘χει αρωματίσει. Μπαχτσές μοσχοβολούσε ολόκληρη. Αλλού μύριζε γιασεμί κι αλλού λεβάντα, αλλού μοσχοκάρυδο κι αλλού βαριά κανέλα. Από το μπράτσο τον κρατούσε και κυριολεκτικά τον τραβούσε από τη μια μεριά στην άλλη. Σταματημένη μπροστά από τα ανοιχτά σακιά με τα χρωματιστά λιβάνια, γελώντας του ‘δειξε με νόημα το κοκκινωπό της σμύρνας. «Κατάλαβες τώρα γιατί με φωνάζουνε έτσι;…»

Απέραντο στρατόπεδο θύμιζε όλη η πόλη από κείνη την υπερπληθώρα των Ελλήνων φαντάρων και αξιωματικών - που αν έκρινες από την ποσότητα, θα νόμιζες ότι το μέτωπο ήταν εκεί – αλλά και από τους ναύτες των ξένων πολεμικών πλοίων που τρίτο χρόνο τώρα, ήταν αραγμένα έξω από το λιμάνι της Σμύρνης και στα οποία πρόσφατα είχαν προστεθεί και κάμποσα αμερικάνικα.

…έσπαζε η μύτη τους από τις κατσαρόλες που χοχλακούσαν απάνω στα μασίνες, αφήνοντας από τον τέντζερη παφλάζοντας να βγαίνουν οι ατμοί και οι οσμές της προδοσίας. Οσμές που περιγράφαν με τον πιο γλαφυρό τρόπο λαχταριστά γιουβαρλάκια  και σουτζουκάκια πνιγμένα σε μια ολοκόκκινη σάλτσα και μαζί με τον παφλασμό δεν αφήναν μόνο το κύμινο να σου φαγουρίζει τον ουρανίσκο, αλλά και ρυάκια να τρέχει έξω από τους τεντζερέδες.

«Γιατί ‘ναι σαν εσένα! Σμύρνη αυτή, Σμύρνα εσύ. Όλους τους έχετε στα πόδια σας κι όλους τους κουλαντρίζετε! Όλοι θέλουνε να σας έχουνε, μα αυτό που εν λογαριάζουνε έν’ πως εσείς εν θέλετε μόνον έναν… Κοσμοπολίτες, Σμύρνα! Αυτό είστενε κι εσύ και τούτη δω η πόλη. Κοσμοπολίτες!»






Από τη στήλη ΒΙΒΛΙΟ 
των εφημερίδων
ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ
ΘΑΡΡΟΣ | ΚΟΖΑΝΗ