Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ! Ο Βασίλης Μόσχης στην εφημ. ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ

- Γιατί με κοιτάς;

Τον κοιτούσε ανέκφραστα. Δεν τολμούσε να του πει κάτι. Όσες προσπάθειες κι αν έκανε, καμιά γραμμή του προσώπου του δεν έδειξε σημάδι ζωής. Απιθωμένες κείτονταν πάνω στο πρόσωπό του.

- Δε μιλάς, ε; Αλλά τι έχεις να πεις; Ούτε να χαμογελάσεις… Δεν αφήνεις τις ρυτίδες σου να αλλάξουν μονοπάτι, ακίνητες να στέκουν…, Γιατί;

Συνέχισε να στέκεται ακίνητος για αρκετή ώρα ακόμη. Το βλέμμα του μετέωρο να σφαδάζει από την ακινησία του, ήθελε να κινηθεί, να τρέξει ένα γύρο, αλλά δεν του επιτρεπόταν. Και το πρόσωπό του; Πώς μπορούσε να μείνει τόση ώρα ασάλευτο, σχεδόν νεκρό;

Η σκέψη του έτρεχε, σκαρφάλωνε μέχρι ψηλά, βυθιζόταν στα βαθιά μέρη της θάλασσας, αναζητούσε την ηρεμία της, γλιστρούσε κρυφά σε σκοτεινές σπηλιές…

- Ώρα να φεύγεις! Μη με κοιτάς άλλο! Το μόνο που καταφέρνεις είναι να ζαλίζεσαι περισσότερο.
Πάνω του έβλεπε να ζωγραφίζονται μικροί λεκέδες, να ενώνονται μεταξύ τους, να χαλούν την όψη του, είχε φύγει το σμάλτο, διαβρώθηκε θες από την υγρασία, δεν μπορούσες να κάνεις κάτι, να διορθώσεις τη συνέχεια του δέρματος. Αλλά όσο θα περνούσε ο καιρός, η πληγή θα γινόταν ακόμη μεγαλύτερη. Θα απλωνόταν παντού, θα κάλυπτε όλο το πρόσωπο.

Θα ήταν ελεύθερος τότε. Δεν θα τον έβλεπε, δεν θα ρωτούσε, δεν θα τον κυνηγούσε. Δεν θα υπήρχαν ενοχές να απολογηθούν, τύψεις να σφυροκοπούν την ψυχή του. Ναι, ίσως ήταν καλύτερα έτσι. Να αφήσει το χρόνο να γεμίσει την αναμονή του.

Η πόρτα έκλεισε με πάταγο και ταρακούνησε το είδωλό του. Είχε σηκωθεί αέρας. Από το μικρό παραθυράκι της καλύβας μπορούσε να δει τα κύματα που είχαν σηκωθεί μέχρι ψηλά. Από τις χαραμάδες της πόρτας ο αέρας σφύριζε, τραγουδούσε, ήθελε να μπει μέσα, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε ψηλά, τα καλάμια της σκεπής έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες να μείνουν στη θέση τους.
- Μη φοβάσαι! Θα περάσει! Σε είδα που κοίταξες! Είδα το πρόσωπό σου, δεν μπορείς να μου κρυφτείς τώρα! Είδα το φόβο στο βλέμμα σου. Μόνο όταν κοιτάς εμένα μένεις ανέκφραστος.

Έκανε ένα βήμα στο πλάι, έφυγε από την ευθεία, τον έχασε. Ένας βαθύς αναστεναγμός σκαρφάλωσε από μέσα του και τον άφησε λεύτερο, να πλημμυρίσει στο δωμάτιο. Ένιωσε κάπως καλύτερα, αλλά μάταιος κόπος. Κάποια στιγμή θα αναγκαζόταν να τον αντιμετωπίσει.

Προχώρησε προς την πόρτα, ήθελε να βγει έξω, να περπατήσει πάνω στην άμμο, να γλύψει το νερό τα γυμνά του πόδια και να περπατήσει όλη τη γραμμή μέχρι εκεί που χανόταν, που ενωνόταν με τον ορίζοντα και μετά, να επέστρεφε το βράδυ, μέσα στο σκοτάδι δεν θα μπορούσε να τον δει.

Έβαλε το χέρι του σε μια χαραμάδα της πόρτας και έκανε να την τραβήξει προς τα μέσα. Ο αέρας με δύναμη την έριξε πάνω του και δρασκέλισε αλλόφρονας μέσα στο μικρό δωμάτιο, γεμίζοντας κάθε γωνιά, κάθε πιθανή κρυψώνα. Τα μαλλιά του κυμάτισαν προς τα πίσω, το ανοιχτό του πουκάμισο ανέμισε σαν καραβόπανο στο πλοίο του, που τον γυρνούσε πίσω. Δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο αέρας πίεζε, φυσούσε, αγκομαχούσε, ούρλιαζε, δεν άφηνε κανέναν και τίποτα να κάνουν ένα βήμα μπροστά.

Κατάφερε και την έκλεισε, έπεσε πάνω της και την έσπρωχνε να φτάσει στη θέση της. Έβαλε το μάνταλο και την κοιτούσε παντού, την ξεψάχνισε, φοβόταν ότι κάποια στιγμή δεν θα άντεχε, θα υπέκυπτε στα τραύματά της από το μαστίγωμα του αέρα. Ήταν φυλακισμένος, τουλάχιστον μέχρι να κοπάσει το τρελό μεθύσι του, ο άγριος χορός που ακολουθούσε τη ίδια του την μουσική.

Κοίταξε προς τα πίσω. Δεν τον έβλεπε. Δεν μπορούσε να τον δει. Άρχισε να κάνει βόλτες πάνω κάτω, προσέχοντας να μη βρεθεί μπροστά του, αλλά μέχρι πότε; Δεν θα μπορούσε να τον αποφεύγει πάντα. Κάποια στιγμή έπρεπε να σταθεί εκεί. Να μιλήσουν σαν άντρες.

Το καλοκαίρι αργούσε να τελειώσει σε αυτήν την απέραντη ερημιά. Ο ουρανός, ή θάλασσα, η άμμος και αυτός αγκαλιά με το χειμώνα του.

Πήγε και στάθηκε μπροστά του. Ακίνητος.

- Ήρθα, του είπε.

Τρόμαξε μόλις τον αντίκρισε. Η υγρασία είχε προχωρήσει αρκετά, ξεφλούδιζε το πρόσωπό του, το έδειχνε άρρωστο, ανήμπορο να αντιδράσει.

- Δεν μιλάς, τώρα;
Ήταν η δική του σειρά να ρωτήσει.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Το σκοτάδι δεν θα αργούσε να κατέβει. Χωρίς σκιές. Σε μια απέραντη αμμουδιά δεν θα μπορούσε να γεννηθούν σκιές, οράματα, εικόνες. Με το σκοτάδι νικητή, ο άνεμος υποχώρησε, η διάφανη σκιά του κενού έμενε ακίνητη. Δεν τρεμούλιαζε καν ο μικρότερος κόκκος άμμου. Δίπλα, η φύση νεκρή απολάμβανε την ηρεμία της.

Δεν υπήρχε πουθενά. Άδικος κόπος μέσα στο σκοτάδι. Ζούσε μόνο στο φως. Μισούσε το σκοτάδι και χανόταν. Έπρεπε να περιμένει πάλι. Μέσα του βαθιά ήταν σίγουρος. Το ήξερε ότι επίτηδες στάθηκε μπροστά του μια τέτοια στιγμή. Ήξερε ότι δεν θα τον συναντούσε. Ξεγελούσε τον εαυτό του. Δικαιολογούσε τις ενοχές του. Αν πραγματικά ήθελε, θα του μιλούσε με το φως της ημέρας. Πόσες δρασκελιές έκανε ο ήλιος, πόσους κύκλους στην άτρωτη περιφορά του; Τόσες ευκαιρίες είχε! Τώρα δεν μπορούσε να δει τίποτα. Το σκοτάδι είχε πλημμυρίσει παντού. Μπροστά του λαμπύριζε το αχνό μονοπάτι του φεγγαριού πάνω στην άμμο που οδηγούσε ίσαμε τα νερά για να χαθούν ως τη μακρινή γοητεία μιας χαμένης σκέψης.

Το πρωί ξύπνησε από το δυνατό φως που πανηγύριζε παντού τριγύρω του. Ήταν γυμνός, ξαπλωμένος στην παραλία, πασπαλισμένος από χιλιάδες κόκκους άμμου που τον τύλιγαν αθόρυβα όλη τη νύχτα, καθώς η σκέψη του δεν τον άφηνε να κοιμηθεί ήρεμα παρά τον κλωθογύριζε πάνω στο απαλό της στρώμα.

Σηκώθηκε και στάθηκε όρθιος. Δεν έκανε καμιά κίνηση να τινάξει την άμμο από πάνω του. Το θεώρησε ανώφελο. Προχώρησε προς τη θάλασσα. Τα βήματά του δεν βούλιαζαν στην άμμο τώρα πια, καθώς είχε φτάσει στην άκρη της, εκεί που την φιλούσαν τα νερά και γινόταν ένα με τη θάλασσα. Προχώρησε κι άλλο, το νερό σιγά σιγά ανέβαινε καθώς το σώμα του γινόταν όλο και πιο μικρό μέχρι να χαθεί, και μετά να βγει στην επιφάνεια απαλλαγμένο από την άμμο που γλίστρησε και χάθηκε στο βυθό της θάλασσας. Το νερό είχε κυλήσει πάνω του, απλώθηκε παντού πάνω στο κορμί του, απαλλάχτηκε από τα ψήγματα της άμμου.

Αναζωογονημένος βγήκε έξω και με σταθερά βήματα προχώρησε. Το είχε αποφασίσει, θα τον συναντούσε, θα του μιλούσε. Δεν μπορούσε να καθυστερήσει άλλο, είχε χάσει πολύτιμο χρόνο. Να σταθούν ο ένας απέναντι στον άλλον, να υποστηρίξουν τα θέλω τους, τις αποφάσεις τους, να γελάσουν, να κλάψουν αν χρειαστεί. Να ακουστούν οι αντιρρήσεις τους.

Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Δεν την είχε κλείσει το προηγούμενο βράδυ. Πάντα την άφηνε ανοιχτή όταν μπορούσε. Μπήκε μέσα με αποφασιστικότητα και στάθηκε μπροστά του. Δεν τον αναγνώριζε. Οι πληγές είχαν μεγαλώσει, κάλυπταν όλο του το πρόσωπο, μόνο τα μάτια του προσπαθούσαν απεγνωσμένα να κρατήσουν ζωντανή την παλιά τους λάμψη. Είχε γεράσει πια τόσο πολύ! Άπλωσε το χέρι του, τα δάχτυλά του να νιώσουν το γερασμένο δέρμα του.

Δεν μπορούσε να λυπηθεί! Γιατί να κλάψει; Για το χαμένο του χρόνο; Να κραυγάσει και να τον αναγκάσει να επιστρέψει; Μάταια! Πότε ξανάγινε αυτό; Είχε αργήσει πια! Η αρρώστια είχε εισχωρήσει βαθιά μέσα του, απλώθηκε παντού!

Ένιωθε την οργή του να τον κυριεύει. Θύμωσε με τον εαυτό του. Έσφιξε με δύναμη τα δόντια του, οι γραμμές στο πρόσωπό του αγρίεψαν. Το βλέμμα του σκοτείνιασε. Έπρεπε να το κάνει, δεν είχε άλλη επιλογή. Έσφιξε το χέρι του σε μια ακλόνητη γροθιά και με ορμή την έριξε μπροστά του.

Δεν ένιωσε πόνο, αφουγκράστηκε μόνο τον ήχο που έφτασε στα αυτιά του από το θρυμμάτισμα του προσώπου, μικρά κομμάτια πια, ενωμένα ακόμη μεταξύ τους. Ακολούθησε με τη ματιά του τις ραγισμένες γραμμές που σχηματίστηκαν πάνω του, σαν αλαφιασμένα ρυάκια έτρεχαν να εκτονωθούν στην άκρη και εκεί να σταματήσουν. Πλησίασε το πρόσωπό του, άλλαζε μορφή, μοιρασμένο σε πολλές μικρές επιφάνειες, σε θολά ακανόνιστα σχήματα, σε κομμάτια ενός παζλ που δε βρήκε τη λύση του.
Ήταν θέμα χρόνου τα μετέωρα κομμάτια, που απεγνωσμένα προσπαθούσαν να κρατηθούν ενωμένα, εξαντλημένα να αφεθούν, αφήνοντας στο παρελθόν την παλιά τους γοητεία. Το παρόν αποδείχτηκε επικίνδυνο. Το μέλλον ίσως αργήσει να έρθει.

Όρμησαν επιθετικά μπροστά στα πόδια του με τις κοφτερές άκρες τους να θέλουν να καρφωθούν, να πάρουν, μια τελευταία στιγμή, μια ανώφελη εκδίκηση. Έσκυψε να τα προλάβει, να γεμίσει με αυτά τη χούφτα του, αλλά ξέφυγαν ανάμεσα από τα δάχτυλά του. Μικρές γυάλινες πυγολαμπίδες βυθίστηκαν στην άμμο!

Με το πρώτο βήμα φάνηκαν οι κόκκινες πληγές στα πόδια του.
Τα κομμάτια του σπασμένου καθρέφτη με τον καιρό θα γίνονταν κόκκοι άμμου δίπλα σε μια απέραντη θάλασσα για να συνεχίσουν την αέναη πορεία τους.

________________________
Η Mετέωρη Γοητεία του Χρόνου
Διήγημα του Βασίλη Μόσχη.
Πρωτοδημοσιεύτηκε Οκτώβριος 2014
στο περιοδικό fractalfractalart.gr