Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ! Ο Βασίλης Μόσχης στην εφημ. ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ


- Φταίνε οι ζέστες!
- Για ποιο πράμα;
- Για τις παραισθήσεις!
- Έχεις παραισθήσεις;
- Ναι;
- Γιατί;
- Δεν σου είπα; Φταίνε οι ζέστες!
- Τόσο πολύ;
- Δεν δικαιολογείται διαφορετικά. Τι άλλο να πω; Εκεί το αποδίδω.
- Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο.
- Το να διαβάζεις ότι προμηνύονται φοροελαφρύνσεις, σου προκαλεί μια ζάλη στην αρχή, μια δόση ιλίγγου μετά, ένα αφόρητο τρέμουλο και συγχρόνως ψάχνεις απεγνωσμένα ένα τοίχο για να ακουμπήσεις και να μην καταρρεύσεις. Αλλά τι να πεις με έναν τοίχο; Τι να σου πει κι αυτός; Μουγγαμάρα και πάσης Ελλάδος. Δεν πα να μιλάς με τις ώρες; Να σε πιάσει λογοδιάρροια; Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα. Τον πόνο σου θα ελαφρύνεις για λίγο μέχρι να διαλυθούν οι παραισθήσεις και να επανέλθεις στην πραγματικότητα…
- Κακόμοιρο, φτωχό μου, παιδί…
- Ναι, όπως τα λες… Αυτή η ζέστη είναι αφόρητη… υποφέρεις πιο πολύ… αγκομαχάς με όλα αυτά που τραβάς και ακόμη χειρότερα με τις παραισθήσεις… Είσαι για λύπηση… Νομίζεις ότι όλα είναι πραγματικότητα, αλλά τζίφος... Πως είναι όταν είσαι χαμένος στην έρημο;
- Δεν βρέθηκα ποτέ σε έρημο…
- Δεν σε ρώτησα. Ρητορική ήταν η ερώτηση…
- Είσαι χαμένος μέσα στη θάλασσα της ερήμου και περπατάς…, περπατάς… περπατάς με μόνη παρέα τα αρπαχτικά πάνω από το κεφάλι σου, να νιώθεις την ανάσα τους πάνω στο σβέρκο, να νιώθεις τη γλώσσα σου να στεγνώνει και ξαφνικά να βλέπεις στο βάθος μια όαση και να χαίρεσαι, να αναπτερώνεται το ηθικό σου, να μαζεύεις τις δυνάμεις σου, ακόμη λίγο λες, και δεν το βάζεις κάτω… Αλλά όσο προχωράς, δεν πλησιάζεις, η όαση με τα δροσερά νερά απομακρύνεται, χάνεται και σταματάς… αποσυντονίζεσαι, βλέπεις πράγματα που δεν υπάρχουν, αγωνιάς, τα αρπακτικά πλησιάζουν όλο και πιο πολύ, το γέλιο τους ακούγεται σαρκαστικό, φοβερό, ύπουλο… Λίγο νερό… Λίγο νερό…
- Καλά, δε μου το λες τόση ώρα; Να σου φέρω… Κρύο ή της βρύσης;