Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΓΚΡΕΚΟΥ | Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ

Από την παρουσίαση του βιβλίου "Η Μοναξιά των Συνόρων"
στο βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ - ΚΑΤΕΡΙΝΗ

Εκείνη και η άλλη.
Εκείνη, η γιαγιά Χαρούλα. Η άλλη, ένα προσφυγόπουλο  από το Αφγανιστάν. Η Χαμιντάινα.
Δυο διαφορετικοί κόσμοι. Και όμως. Έχουν τόσα κοινά σημεία μεταξύ τους που αγγίζουν τα σύνορα της καθεμιάς.
Η Χαμιντάινα δραπετεύει κυνηγημένη από τη χώρα της. Η αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης την φέρνει στην Ελλάδα μαζί με τον μεγαλύτερο αδερφό της. Ο κόσμος αλλάζει συνεχώς. Η ζωή αλλάζει. Η ζωή δεν είναι πια ένα ευτυχισμένο χαμόγελο. Δεν ήταν ποτέ για την μικρή μας ηρωίδα. Οι συνθήκες διαβίωσης στη χώρα της Η Η   ηδφγασδξβασξκδβ χάνονται στα βάθη του χρόνου, της εξαθλίωσης, μέχρι να έρθει ο πόλεμος.  Ένας πόλεμος που αλλάζει δραματικά την καθημερινότητα των ανθρώπων. Η προσφυγιά είναι πλέον η μόνη λύση. Κάπου αλλού, σε μια άλλη χώρα, κάπου μακριά, εκεί που χαμογελάει η ζωή και μοιράζει απλόχερα αισιοδοξία και χαμόγελα ελπίδας.
Η γιαγιά Χαρούλα ζει στην Αθήνα, θυμάται τα ανέμελα παιδικά της χρόνια, τώρα πια συνταξιούχος δασκάλα, χρόνια που έφυγαν και έχουν σημαδέψει τη δική της τη ζωή. Τώρα ζει μόνη της στο κέντρο της Αθήνας που έχει αλλάξει κι αυτό. Γεμάτο πρόσφυγες,  αναπολεί τις ήρεμες στιγμές από τα παλιά. Ένα παρελθόν που ξεκίνησε γεμάτο υποσχέσεις  αλλά κατέληξε να περιπλανιέται σε διαφορετικούς δρόμους.
Η ασφάλεια που της έδινε η ανεμελιά της δικής της γης, της δικής της χώρας  είναι πλέον ένα μακρινό όνειρο. Μια ξεχασμένη ευτυχισμένη στιγμή που είναι πλέον αναμνήσεις. Ο φόβος  της καθημερινότητας της είναι αυτός που κυριαρχεί στα μάτια της, στη ζωή της, στις καθημερινές ανάσες της. Κυκλοφορεί σαν ξένη μέσα στην ίδια της την πόλη, στην πόλη που την γέννησε και την μεγάλωσε. Στην πόλη που παραπαίει ανάμεσα σε χιλιάδες ανάσες, απροστάτευτες πλέον, στο κέντρο μιας κρίσης που αναγκάζει άλλους να δραπετεύσουν, να ξεφύγουν να ακολουθήσουν το δικό τους δρόμο της προσφυγιάς.
Στην μακρινή χώρα η ζωή είναι δύσκολη. Η Ελλάδα φαντάζει να λαμπυρίζει στο κουρασμένο τους μυαλό μια πυγολαμπίδα ευτυχίας και ενός παραμυθένιου ονείρου. Μια ανοιχτή χαραμάδα φωτός που δίνει ελπίδα για την διαγραφή του μαρτυρίου τους.
Η καινούρια τους πατρίδα όμως αντιμετωπίζει τους δικούς της πόνους, τα δικά της προβλήματα, τις δικές της αιμορραγίες.
Η γιαγιά Χαρούλα βλέπει τον κόσμο της να αλλάζει τριγύρω. Κυριαρχεί ένας φόβος στην ψυχή της. Οι καινούριοι άνθρωποι που είναι κοντά της την τρομοκρατούν, φοβίζουν την ζωή της.
Εκείνη ανακαλύπτει ότι οι πρόγονοι της ήταν κάποτε και αυτοί ξένοι σε αυτόν τον τόπο. Οι δικοί της πρόγονοι ήταν κι αυτοί πρόσφυγες. Άφησαν τα σπίτια τους, τις περιουσίες τους και ήρθαν εδώ να ξεκινήσουν το ταξίδι της ζωής τους πάλι από την αρχή. Η Ιστορία γιατί επαναλαμβάνεται;
Η άλλη ακολουθεί το δικό της δρόμο της προσφυγιάς, υποφέρει για ένα καλύτερο κόσμο και ακολουθεί ένα μακρινό και ταλαίπωρο δρόμο της προσφυγιάς.
Εκείνη και η άλλη βρίσκονται αντιμέτωπες, μέσα στο δικό τους κόσμο και κάποια στιγμή συναντιούνται. Εκείνη απλώνει ένα χέρι βοήθειας, χαρίζει εμπιστοσύνη. Η άλλη αποζητά ένα γλυκό χαμόγελο, βλέπει στο πρόσωπο της τη δική της μητέρα, τους δικού της ανθρώπους. Κλεισμένη στο κελί του δωματίου της, περιμένοντας τον αδερφό ης να γυρίσει από το ολοήμερο κόπο του μεροκάματου. Ο κόσμος της εδώ στην καινούρια της πατρίδα είναι ένα κελί, ένα ημιυπόγειο κελί, δίπλα στο δίπατο σπίτι της γιαγιάς Χαρούλας.
Και εκείνη, τώρα πλέον της ανοίγει την πόρτα της, την βάζει στο δικό της κόσμο, της προσφέρει την θαλπωρή που απεγνωσμένα αναζητά ένας πρόσφυγας. Είναι γιατί πόνεσε διαβάζοντας το σκονισμένο ημερολόγιο του πατέρα της. Η προσφυγιά είναι η ίδια και απαράλλακτη παντού και πάντα, και στο παρελθόν και στο μέλλον, σε όλες τις χώρες του κόσμου.
Ζει τον πόνο των δικών της όταν έφτασαν εδώ, ζει τις αγωνίες τους που καθρεφτίζονται τώρα στο απορημένο πρόσωπο της μικρής προσφυγοπούλας. Νιώθει ότι ο πόνος της προσφυγιάς δεν έχει σύνορα, δεν έχει χρώμα, δεν μιλάει διαφορετικές γλώσσες. Η προσφυγιά είναι μία, είναι παράξενη, είναι οδυνηρή, είναι αδυσώπητη καθώς χαράζει πληγές σε ανθρώπινες ανάσες.
Η Γλυκερία Γκρέκου με την γλαφυρή της γλώσσα μας οδηγεί σε ένα δρόμο αναζήτησης για να ψηλαφίσουμε τι είναι αυτό που ζούμε τι είναι αυτό που αναζητούμε, τι είναι αυτό το τέρας που στέκει τρομακτικό μπροστά μας και αδυνατούμε να αντιληφθούμε. Βάζει σε εγρήγορση τη σκέψη μας για να αναζητήσουμε τη σωστή αλήθεια, να ανοίξουμε τα φύλλα της καρδιάς μας και να δούμε ότι κάθε βιβλίο προσφυγιάς δεν είναι διαφορετικό, πάντα είναι ίδιο.
Ακόμη και σήμερα, που η χώρα αφήνει πίσω της ματωμένα χνάρια, οι σημερινοί μετανάστες, οι δικοί μας μετανάστες, πόσο πρόσφυγες είναι;
Ποιος θέλει να αποκοπεί από τις ρίζες του; Ποιος να εγκαταλείψει τον τόπο του; Τους δικούς του; Τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε; Κανείς! Εν τούτοις, χιλιάδες ανθρώπων, εδώ και αιώνες αναγκάζονται να βρουν άλλη γη. Και να ξεκινήσει το μαρτύριο του Γολγοθά για τον καθένα ξεχωριστά.
Η Γλυκερία Γκρέκου, με το μυθιστόρημά της, μας δείχνει το μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσουμε για να αντιληφθούμε, εν τέλει, ότι οι ρίζες πάντα μας ακολουθούν, πάντα μας γνέφουν να γυρίσουμε πίσω. Είναι η δύναμη εκείνη που γεννήθηκε από τα πρώτα χαμόγελά μας, τις πρώτες μας χαρές αλλά και εκείνες τις στιγμές που στάθηκαν παράμερα και μας έδειξαν τις πρώτες μας λύπες. Όλα αναμνήσεις, μια αγκαλιά συναισθήματα που μας ακολουθούν πάντα και μας ριζώνουν σε ένα τόπο, εκεί που, όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις γνώριμα χαμόγελα και χαρούμενα πρόσωπα και τον ίδιο πάντα ήλιο να δείχνει τα δικά σου όνειρα και ελπίδες.
Στο μυθιστόρημα της Γλυκερίας Γκρέκου, «Η Μοναξιά των Συνόρων», ξανοίγεται ένα σύγχρονο θέμα που ταλανίζει, εξ ίσου, ντόπιους και πρόσφυγες. Ρίχνει το φως της σε σκοτάδια που, εν αγνοία μας ή εν γνώσει μας, θέλουμε να τα έχουμε αδιάρρηκτα από οτιδήποτε θα μπορούσε να χαλάσει την ηρεμία της καθημερινότητάς μας. Η διεισδυτική της ματιά ακολουθεί το παρελθόν όλων και μας «ανακαλύπτει» ότι η προσφυγιά είναι «προνόμιο», αν όχι όλων μας, των περισσοτέρων από μας. Και μας οδηγεί σε σκέψεις που φωτίζουν την αλήθεια που αγνοούσαμε.
Η μικρή ηρωίδα του βιβλίου, η Χαμιντάινα, είναι πρόσφυγας από το Αφγανιστάν που μαζί με τον αδερφό της, με μύρια όσα βάσανα, έφυγαν από την πατρίδα τους και κατέληξαν στην δική μας. Είναι φοβισμένη, μια άγνωστη ψυχή που κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της την δική της μοναξιά. Η άλλη ηρωίδα, η Χαρούλα, μια συνταξιούχος δασκάλα, ζει τη δική της μοναξιά, ακριβώς δίπλα από το υπόγειο όπου ακούγονται οι χτύποι της μοναξιάς και του φόβου της νεαρής προσφυγοπούλας.
Τότε, αντιλαμβάνεται πραγματικά ότι ο φόβος, η αγωνία, το άγχος ενός ξεριζωμένου δεν είναι προνόμιο των άλλων. Είναι όλων μας. Ο φόβος, δεν γεννιέται από το διπλανό μας. Γεννιέται από την φτώχια, την απόγνωση, τη μιζέρια. Αυτά πρέπει να πολεμήσουμε για να ανοίξουν ελεύθερα οι αγκαλιές μας.
 Τι να πει για τον ξεριζωμό και την προσφυγιά των δικών της από τον Πόντο! Η ζωή επαναλαμβάνεται. Ποια ήταν η αντιμετώπιση των ντόπιων της εποχής εκείνης; Η ζωή αντιγράφει και πάλι!
Έρχεται σε σύγκρουση με τη Ρόζα, την γυναίκα που την βοηθά στις δουλειές του σπιτιού, η οποία είναι κι αυτή πρόσφυγας από την Αλβανία. Έχει όμως εγκλιματιστεί στην χώρα και βλέπει με διαφορετικό μάτι, τώρα πλέον, τους νεοφερμένους. Πόσο αδύνατη μνήμη διαθέτουμε!
Το μυθιστόρημα της Γλυκερίας Γκρέκου δεν έχει σκοπό να διδάξει τίποτα. Καταθέτει τα γεγονότα της μπροστά μας και απλώς προκαλεί τις μνήμες μας να επιπλεύσουν για να αναλογιστούμε ένα παρελθόν που συνεχώς επαναλαμβάνεται, συνεχώς αδικεί και συνεχώς λησμονιέται.
Κανείς δεν πρόκειται να χάσει διαβάζοντας το μυθιστόρημα αυτό. Πλουσιότερος θα νιώσει, γιατί θα ξεσκεπάσει τη σκέψη του και τη λογική του.
Και κάτι τελευταίο. Το βιβλίο «Η Μοναξιά των Συνόρων» εντάσσεται στη συλλογή της νεανικής λογοτεχνίας  του εκδοτικού οίκου. Απεναντίας! Μπορεί και πρέπει να διαβαστεί και από ενήλικες.

Βασίλης Μόσχης