Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ! Ο Βασίλης Μόσχης στην εφημ. ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ


- Ευτυχώς, τώρα ησύχασα! Να κάνω το σταυρό μου!
-Τι έπαθες πάλι;
- Τι να πάθω ο κακομοίρης! Μέχρι τις προάλλες είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε μόνιμο πόλεμο με τη χώρα μου. Πίστευα ότι με εκδικείται με μανία και με λύσσα. Χώρια που μου είχε δημιουργήσει και ψυχολογικά προβλήματα ότι εγώ είμαι ο φταίχτης για όλα αυτά που συμβαίνουν τριγύρω, πέρα και ακόμη πιο πέρα!
- Αμάν, βρε παιδί μου! Τέτοιο χάλι;
- Και ακόμη χειρότερα. Λες και ήμουνα σε θέση άμυνας από τις επιθέσεις που δεχόμουνα, από τις σφαλιάρες που έτρωγα, από τα σκαμπίλια που έβλεπα τον ουρανό σφοντύλι! Τώρα όλα καλά!
- Και πώς έτσι ξαφνικά άλλαξε το κλίμα; Σε βλέπω αλλαγμένο.
- Να μην είμαι; Από εκεί που ήμασταν στα μαχαίρια, κάτι άλλαξε, κάτι πάει να γίνει…
- Δηλαδή;
- Άρχισε να με σκέφτεται, να με υπολογίζει…
- Άει στο καλό… Και πώς έγινε αυτό; Για πες…
- Λίγο το έχεις να είναι ανοιχτά τα μαγαζιά την Κυριακή; Να πας να ψωνίσεις με όλη σου την ησυχία, να ξεκινήσεις το πρωί, χωρίς να κυνηγιέσαι, να μπαίνεις στο ένα μαγαζί, να βγαίνεις, να μπαίνεις στο άλλο, ούτε τρέξιμο ούτε τίποτα. Διότι εμείς έχουμε μάθει διαφορετικά τόσα χρόνια. Με το χαλαρό και το ήρεμο. Δεν είναι να μας πιέζεις και να μας τραβολογάς…
- Χμ…
- Διότι μας έχει όλη την εβδομάδα που τρέχουμε και ξανατρέχουμε διότι η κληρονομιά του Βέγγου πρέπει να κρατηθεί, να μην ξεχαστεί όπως τόσα και τόσα άλλα. Που καιρός για ψώνια. Με την ψυχή στο στόμα μπαινοβγαίνουμε στα μαγαζιά. Σαν αλαφιασμένοι τρέχουμε στο δρόμο με τις βαριές σακούλες στο χέρι… Όσο να πεις μια κούραση την τραβάς. Άντε μετά να σηκωθείς την άλλη μέρα, να ξυπνήσεις με όρεξη και δύναμη για να πας στη δουλειά. Γίνεται; Δεν γίνεται! Για αυτό σου λέω, μας σκέφτηκαν επί τέλους!
- Ρε φίλε, δε μας τα λες καλά. Χρόνο έχουμε, λεφτά δεν έχουμε! Ανάποδα μας τα δίνουν!