Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ | Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ | Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ

Πόσο παράλογο είναι να ασχολείσαι με την λογοτεχνία εν μέσω μιας αλλοπρόσαλλης και υστερικής κρίσης; Ένας παραλογισμός αντιμέτωπος με την παράλογη βάρβαρη καθημερινότητα; Μια σθεναρή αντίσταση που κοιτάει κατάματα το θεριό και κάνει την υπέρβαση; Αυτό είναι! Δεν αφήνεσαι έρμαιο στην καταπακτή που ηδονικά κραυγάζει και καλωσορίζει ανάσες και ψυχές!
Η Ελένη Γκίκα χαράσσει την ποιητική της πένα και μας τραγουδά πόνους και όνειρα, φυγαδεύει θανάτους που ζητούν εκδίκηση, ονειρεύεται σε ένα κόσμο που δεν ξέρουμε ποιος είναι, από που ξεκίνησε και που θα βρει το χαμένο του χρόνο.
Είναι τα βάσανα της Ιστορίας μας που κατρακυλούν από πολύ παλιά, από πολέμους που πόνεσαν και φτάνουν μέχρι σήμερα και προσπαθούν να βρουν αιτίες και μυστικά μέσα σε χορταριασμένα ερείπια, σε μυστικές διόδους για να βρούμε τη λύση στο θάνατο, στο τέλος που θα γεννήσει μια καινούρια αρχή. Μια αρχή που ελπίζουμε να είναι διαφορετική, ίσως μπορεί να μάθει, να ξεψαχνίσει για να οραματιστεί το καινούριο της βήμα!
Το βιβλίο της Ελένης Γκίκα «Το Μπολερό δεν ήταν του Ραβέλ» διαβάζεται συλλαβιστά, αργά, απολαυστικά. Δεν μπορείς να διαβείς και να προσπεράσεις καμιά λέξη, καμιά πρόταση αβασάνιστα, γιατί από κάτω υπάρχουν άλλες λέξεις, άλλες προτάσεις, φυγαδεύουν άλλες σκέψεις που κάνουν μια άλλη ιστορία.
Η Ελένη Γκίκα ερωτοτροπεί με τη ζωή και το θάνατο. Ακροβατεί πάνω στο όνειρο και επιλέγει μια πραγματικότητα ορατή και αόρατη, ψύχραιμη και παράλογη αναζητώντας ξεχασμένες και πολυκαιρισμένες διαχωριστικές γραμμές.
Καθώς αργά συλλαβίζει η ματιά τις λέξεις, τις γραμμές, οι σιωπές βυθίζονται και δίνουν τόπο στη φωνή της Ελένης να διαβάζει αργά τη ζωή της, τη ζωή μας. Εκλιπαρεί να ακούσουμε τις κραυγές της για αυτά που ζήσαμε, για αυτά που πράξαμε και χάθηκαν στην άνοια ενός παρόντος χρόνου.
Φυγαδεύει τη μνήμη, εκεί όπου σβήνει η ανάσα και ζητά μια ήρεμη ανάπαυση, απεγνωσμένα τρέχει να βρει τον τόπο της σε νεκρομαντεία. Είναι το τέλος που θέλει να βρει; Και μετά το τέλος; Θα υπάρξει μια καινούρια αρχή; Λαμπερή και ολοφώτεινη να δώσει το δικό της σήμα για μια καινούρια ανάσα; Τα βήματα της Ελένης ρυθμικά ακολουθούν νότες, παρακολουθούν, προσπαθούν να εξιχνιάσουν ένα θλιμμένο παρελθόν που προσπαθεί να βρει την ηρεμία του πίσω από ερείπια που μάταια αναζητούν να λάμψουν ξανά.
Μια πληθωρική ποίηση περιγράφει σκηνές βλέποντας τες από πάνω. Σκηνές που διατρέχουν τη ζωή μας που δεν ζήσαμε εμείς, άλλοι πολλοί, αλλά έξαφνα θέλουμε να δούμε, να πάρουμε απαντήσεις, να ξεμπροστιάσουμε το παρελθόν μας που μας κατατρέχει, θέλουμε να εξερευνήσουμε τις ρίζες μας, να βρούμε τη χαμένη μας ταυτότητα, μέσα από είδωλα σε καθρέπτες, σε πρόσωπα κρυμμένα σε αναμνήσεις σε παιδικές κούκλες που θέλουν να ζωντανέψουν ξανά και ξανά!
Ο χρόνος είναι διαλυτός και σκεπάζει ταυτόχρονα τα πάντα σε κάθε εποχή. Ένας χρόνος που καλά καιροφυλακτεί σε νεκροταφεία, σε αρχαίους ναούς, σε αρχαιολογικούς χώρους, σε θέατρα, σε νεκρομαντεία, σε παλιά σπίτια. Εκεί κρύβεται η αρχή και το τέλος, εκεί προσπαθεί να ανακαλύψει τη ζωή και το θάνατο, εκεί τα παλιά μυστικά. Ποιος είναι ποιος, επιτέλους; Είναι η ζωή το όνειρο ή το όνειρο είναι η ζωή που θέλουμε; Όσο σκαλίζεις τόσο μαθαίνεις, και όσα περισσότερα γνωρίζεις τόσο περισσότερο πονάς. Να σβήσω τις αναμνήσεις, να σβήσω τις μνήμες μου και να προχωρήσω μόνος; Ποιος το έκανε αυτό; Και τι κέρδισε;
Η Ελένη Γκίκα μας καλεί να συμμετάσχουμε σε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι, με νότες, με λογοτεχνία, με τη ζωή, με το θάνατο. Δεν υπάρχουν διαχωριστικές γραμμές μεταξύ τους. Το καθένα διαχέεται μέσα στο άλλο και το όνειρο γίνεται ζωή, η ζωή οπισθοχωρεί και αναρωτιέται.  Είναι, λοιπόν, ό,τι βλέπουμε, αυτό που βλέπουμε; Το Μπολερό είναι του Ραβέλ ή ένα παιχνίδισμα δροσιάς μέσα σε ένα μαρτυρικά καιόμενο Ιούλιο;
Θα μπορούσε να γραφτεί ακόμη ένα βιβλίο με αυτά που ο αναγνώστης θα συμπληρώσει στις σιωπές της Ελένης. Για να αγναντέψει ως πέρα, εκεί που χάνεται το κάθε όνειρο, το κάθε μαγικό όνειρο αυτής της ζωής, οποιασδήποτε ζωής.

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου

Η Εκάτη-Ουλρίκα, μνήμη που συγκρατεί τα μυστικά και κάνει προσωπεία τα πρόσωπα και μαριονέτες τους πεθαμένους της για ν’ αντέξει.
Και ο Μιχαήλ-Σεμπάστιαν που συμπληρώνει τη χαμένη παρτιτούρα – γι’ αυτό έχει έρθει εξάλλου σ’ αυτή τη ζωή.
Ανάμεσά τους, η Ιστορία και η Συγγένεια, το Παρελθόν και η Νέμεσις, το Χρέος και ο Έρωτας, ο Μπόρχες και η Αιώνια Επανάληψη.
«Άλεφ» και «Μπεθ», υπνοβάτες στο Σολάρις του Διαδικτύου, όπου «ό,τι γεννιέται γεννιέται ξανά», για μια αιώνια στιγμή. «Δραπέτες», καταδικασμένοι να συναντιούνται ξανά και ξανά στην ίδια σκακιέρα. Με προσωπεία, έστω. Και με λόγια –για να τ’ αντέξουν− δανεικά. Ακούγοντας πάντα τον δικό τους Ραβέλ ή Βάγκνερ, με την υπόσχεση να αιωρείται εκεί σαν θηλιά: «Πατέρα, δεν ξέχασα, μάνα είμαι εδώ στην ξερολιθιά, σε κάθε ξερολιθιά, κι ακούω πάντα τον δικό μας Βάγκνερ. Θα ξανάρθω, και η τιμωρία θα  είναι πορφυρή».
Είκοσι και ένας οι νεκροί.
Και δύο έγκλειστοι.
Οι πρώτοι, σε νεκρομαντεία, αρχαία θέατρα, ιστορικά μνημεία. Εκεί όπου «η πύλη του Άδη παραμένει ανοιχτή».
Οι δεύτεροι, σ’ ένα ρημαγμένο ξενοδοχείο που ζωντανεύει με τον καιρό και σ’ ένα Πυργόσπιτο με γκρεμισμένες τις πολεμίστρες, αλλά με στοιχειωμένες τις ζωές και τις μουσικές.

Επειδή οι ιστορίες δεν ξεφεύγουν εύκολα ούτε από την Ιστορία ούτε και από την καταγωγή. Ο Λαβύρινθος παραμένει λαβύρινθος και αναπάντητη η απορία του Αβερρόη. Αλλά εκείνοι οι δύο θα κάνουν τα πάντα για να μπορέσει ν’ απαντηθεί.  









Από τη στήλη ΒΙΒΛΙΟ των εφημερίδων 
ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ
ΘΑΡΡΟΣ | ΚΟΖΑΝΗ