Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2013

"Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος" Μυθιστόρημα | ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ Β'


Ρήμαξε το σπίτι τους. Βρήκε τη μάνα της που είχε να τη δει χρόνους και καιρούς. Ένα σπίτι χορταριασμένο, αφημένο στο ριζικό του. Ο σκύλος της γέρικος, ανήμπορος να τρέξει να
πέσει πάνω της, να της κάνει χαρές. Σήκωσε μόνο το κεφάλι του, προσπάθησε να βγάλει μια κραυγή χαράς, αλλά ακούστηκε σαν λυγμός και απόμεινε στη θέση του. Ο κήπος, καιρό
αδούλευτος, πνιγμένος ατσούμπαλα στα χορτάρια, λες και ακολουθούσε τη μοίρα των νοικοκυραίων του.
Η μάνα της, καθισμένη σε ένα σκαμνί, γυρτή, σκυμμένη μπρος της να πασπατεύει με τα χέρια της κάτι μέσα στη λακκούβα που έκαμνε η μεγάλη της ποδιά ανάμεσα στα πόδια
της.
—Μάνα…
Σήκωσε αργά το κεφάλι της και την είδε. Σκαμμένο το πρόσωπό της, θλιμμένο, απόμακρο, χαμένο σε ταξίδια μακρινά, ο λογισμός της δε φαινόταν καθαρός.
—Μάνα…
—Αργυρώ; Είσαι η Αργυρώ μου;
—Ναι, μάνα! Εγώ είμαι…
—Γύρισες…
Θλιμμένη ακούστηκε η φωνή της. Συρτή, ίσα που δρασκέλιζε με κόπο τα ξεραμένα χείλη της. Δεν μπόρεσε να χαρεί. Την κοιτούσε στα χαμένα, βαθιά μέσα στα μάτια της, ψάχνοντας να βρει αλήθειες, σκόρπια κομμάτια από τη ζωή της. Τόσο καιρό αυτό έψαχνε απεγνωσμένα. Χρόνια ολόκληρα. Αδύνατον να τα καταφέρει. Της τα είχε πάρει όλα ο χρόνος, τα σκόρπισε, διάφανη σκόνη σε έναν τρελό αγέρα, και χάθηκαν, χάθηκαν.
Αυτή τάχα γιατί απέμεινε; Να διηγηθεί, να μεταφέρει αναμνήσεις να μην ξεχαστούν; Να συνεχίσει την ιστορία ώστε να ζήσει και άλλα χρόνια; Ήταν άρρωστα χρόνια. Αρρωστημένες ψυχές που πολεμούσαν μεταξύ τους. Μια αρρώστια που ολοένα προχωρούσε και σκότωνε και έθαβε και άφηνε κραυγές να γεμίσουν ένα σκοτεινό αέρα. Το χαρούμενο πανηγύρι της ζωής είχε χαθεί.
Πόσες ιστορίες, πόσα μαρτυρικά βάσανα δεν άνοιγαν πληγές βαθιές σαν χαράδρες και χάνονταν πιο πέρα, έσμιγαν στο βουνό με άλλες, σε κακοτράχαλα μονοπάτια.
—Τι έγινε; Η Ρηνιώ πού είναι;
—Η Ρηνιώ πού είναι… επανέλαβε σαν ηχώ.
Πέρασαν οι στιγμές αμηχανίας, οι μικρές αμήχανες διαδρομές από την έκπληξη στη σαστιμάρα, στο βουβό κλάμα που από κλαδί σε κλαδί ανέβαινε ψηλά και αναρωτιόταν. Ένα πλατύ κατάστρωμα να λικνίζεται στο ανοιχτό πέλαγος, μέχρι να γκρεμοτσακιστεί στις ξέρες. Ένα θολό αλλοπαρμένο βλέμμα να σκιάζει χείλη που προσπαθούσαν να ψελλίσουν. Σα να βρήκε ξαφνικά την ηρεμία και τα λογικά της. Θυμήθηκε πάλι την ιστορία, της άρεσε να τη λέει, σα να έφερνε, πάλι, πίσω τη ζωή. Πόσο βάλσαμο οι αναμνήσεις! Όταν ξέρεις να χώνεσαι μέσα τους, να τις χαϊδεύεις, να τις φιλάς, να μιλάς μαζί τους!

—Την πήραν τη Ρηνιώ. Δεν ήθελα να την δώσω. Μα τον πήρε κι αυτή στο κατόπι. Τον αγαπούσε, έλεγε. Δεν ήθελε να τον χάσει. Τρελός και άμυαλος έρωτας. Αλλά αυτό δεν είναι; Σε όποια πλευρά και να ήσουν, δεν είχες το κεφάλι σου σίγουρο. Τον ακολούθησε. Δεν άκουγε τίποτα. Παρακαλούσα και τον Παναγή. Μη μου την παίρνεις. Είναι μικρή ακόμη, δεν ξέρει από πόλεμο, δεν ξέρει να πιάνει όπλο. «Καλά σου λέει η μάνα σου. Πήγαινε μαζί της». Αλλά πού να ακούσει αυτή! Ανέβηκε στο τρένο μαζί του. Μου πέταξε το μαντίλι της από το παράθυρο. Να, αυτό εδώ! Και χάθηκε μέσα στους καπνούς.
Την έβλεπα να φεύγει μακριά και να σβήνει. Πότε πότε μάθαινα νέα της. Κυνηγημένη στα βουνά μαζί με τον άλλο να πολεμάνε, αλήθεια τι; Πολεμούσε κι η Ρηνιώ μας; Τι πόλεμος
ήταν αυτός; Ιδεολογίες να καρφώνονται στα στήθια αδελφών, φίλων, γειτόνων! Η Ρηνιώ μας ακολούθησε τον έρωτα. Γιατί τι είναι και ο έρωτας; Ένας πόλεμος δεν είναι; Για πες μου
και εσύ;
Δεν περίμενε να της απαντήσει. Σταμάτησε για λίγο να πάρει μια ανάσα και μετά συνέχισε η μάνα της:
—Την έχασα… Δεν είχα νέα της… Ώσπου μια μέρα ήρθαν τα μαντάτα. Τους σκότωσαν όλους! Πώς; Γιατί; Ήταν εχθροί ή φίλοι; Όλοι θα μπορούσαν να ήταν. Πού να πάω να ψάξω να την βρω; Ποια βουνά να ανέβω; Ποια βράχια να κυλήσω να την βρω από κάτω; Έχασα τα λογικά μου, είπαν όλοι. Αλλά δεν ήταν έτσι. Δεν έχασα τίποτα, παρά μόνο την κόρη μου. Ώσπου μια μέρα έμαθα. Μου είπαν πού την είχαν θάψει. Ξεκίνησα μόνη μου, πήρα τους δρόμους, περπάτησα, ανέβηκα σε κάρα, ανηφόρισα πλαγιές μέχρι να τη βρω. Μου έδειξαν μια καλύβα στο πουθενά. Κοιμήθηκα εκεί και ένιωσα την παρουσία της. Η Ρηνιώ βρισκόταν κάπου εκεί κοντά. Ήταν φυλακισμένη σε εκείνη την καλύβα. Το πρωί, με το πρώτο φως της μέρας, έψαξα να τη βρω. Όπου βουναλάκι και κάποιος πόνος από κάτω. Έσκαβα, έκλαιγα και πότιζα το χώμα, μέχρι να την βρω. Δεν τους ήξερα, τους σκέπαζα πάλι. Δεν κουραζόμουν. Γι’ αυτό πήγα, για να την βρω. Στο τρίτο βουναλάκι παράτησα το σκεπάρνι που είχα βρει και συνέχισα με τα χέρια. Αναγνώρισα τις μπότες της. Με αυτές είχε φύγει. Αυτές φορούσε όταν μου πέταξε το μαντίλι. Συνέχισα το σκάψιμο από την άλλη μεριά, μέχρι να δω το πρόσωπό της. Και την είδα… Ήταν αυτή… Δεν μπορώ άλλο να συνεχίσω, κουράστηκα…

Καθάρισε όλα τα χώματα από το πρόσωπό της, μέχρι το λαιμό. Τα δάχτυλά της περπάτησαν κάθε σπιθαμή και έδιωξαν και την πιο αθέατη σκόνη, την πιο μικρή κουκκίδα που θα μπορούσε να ασχημύνει το πρόσωπό της. Πήρε νερό από μια πηγή και της έπλυνε το πρόσωπο, της άπλωσε τα μαλλιά, ξέπλεκα όπως τα είχε πάντα, ανασήκωσε το κεφάλι και την έκλαψε. Την έκλαψε, αλλά δεν της μιλούσε, τι να της πει πια; Το κλάμα της ακούραστα να τρέχει σε πλαγιές και ρυάκια, να διασχίζει χαράδρες, να κυνηγάει πέρα δώθε, πάνω από πράσινα λιβάδια, πουλιά. Και αυτά τρομαγμένα να απιθώνουν τις φτερούγες τους στα ακίνητα κλαδιά. Την έκλαψε όλη τη μέρα, μέχρι που να δει τον ήλιο να σβήνει πίσω από την κορυφή.
Είχε πάρει μαζί της λάδι ευλογημένο από το μοναστήρι πριν ξεκινήσει. Της άναψε το καντηλάκι και το έβαλε πάνω στην τούμπα. Μετά προσεκτικά έκοψε τα μαλλιά της και τα δίπλωσε σε ένα ασπροκέντι που είχε μαζί της. Το δίπλωσε και το έβαλε προσεκτικά μέσα στον κόρφο της. Έβαλε ένα άλλο ασπροκέντι, φυλαγμένο από την προίκα της, πάνω στο πρόσωπό της και το σκέπασε ξανά με το χώμα.
Σα νύχτωσε, πήγε και κοιμήθηκε στην καλύβα. Ήθελε να περάσει τη νύχτα με την κόρη της. Για τελευταία φορά. Σε αυτήν την καλύβα, το τελευταίο της σπίτι. Την άλλη μέρα
πήρε το δρόμο της επιστροφής.
Σαν είδε και την άλλη κόρη της, η κυρα-Ζαχαρούλα γαλήνεψε. Όσο μπόρεσε. Και κράτησε δυο μέρες ακόμη. Λες και κρατιόταν στη ζωή για να μεταφέρει γεγονότα και αναμνήσεις, να μη χαθούν, να συνεχίσουν να υπάρχουν. Την έκλαψε η Αργυρώ. Όσο μπόρεσε κι αυτή. Μάνα της ήταν. Έκανε τα τριήμερα, τα εννιάμερα, όλα κανονικά. Αλλά αμέσως μετά τα σαράντα χάθηκε από το χωριό. Δεν την ξαναείδε κανείς πια.