Σάββατο, 8 Ιουνίου 2013

Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος" | Εκδόσεις ΘΕΡΜΑΙΚΟΣ | Το νέο μυθιστόρημα του Βασίλη Μόσχη. Κυκλοφορεί ΙΟΥΛΙΟΣ 2013 | ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ


Ο απόηχος από τα χειροκροτήματα ακόμη πετάριζε γύρω από τα αυτιά του. Το θέατρο ήταν γεμάτο για ακόμη μια φορά. Η επιτυχία της επιλογής του ήταν τεράστια. Κάθε βράδυ έκαναν τουλάχιστον τέσσερις αυλαίες. Όλα ήταν στην εντέλεια, αποτέλεσμα της σχολαστικότητας του. Ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα. Ήθελε να παιδέψει την κάθε σκηνή μέχρι τη στιγμή που θα αποφάσιζε ότι αυτό ήταν που ήθελε. Ο κόσμος ήταν ενθουσιασμένος. Αντιλαλούσε το θέατρο από τα "μπιζ" και τις φωνές των θεατών. Κάθε βράδυ στο θέατρο δεν έπεφτε καρφίτσα.  Υπήρχαν θεατές που έβλεπαν το έργο για πολλοστή φορά. Τόσοι και τόσοι  θαυμαστές του έρχονταν στο καμαρίνι του και εξέφραζαν το θαυμασμό τους για την παράσταση, για τον ίδιο, για τους άλλους ηθοποιούς.
Και τώρα, αφού έσβησαν τα φώτα, αντίκρισε για ακόμη μια φορά το άδειο θέατρο, ησύχασε από το θόρυβο του πλήθους που σιγά σιγά άδειαζε την πλατεία, κάθισε στην πολυθρόνα του σκηνικού, έριξε το βλέμμα του τριγύρω και αναρωτήθηκε τι ήταν αυτό που τον έκανε ευτυχισμένο αλλά και δυστυχισμένο συγχρόνως.
Από την μια τα φώτα, ο κόσμος, τα θερμά του σχόλια, τα φιλιά και οι αγκαλιές των θαυμαστών, το διερευνητικό βλέμμα όσων έρχονταν στο καμαρίνι του, τα ευτυχισμένα χαμόγελα που τους μοίραζε, την ευτυχία που ένιωθε με την αγάπη στα μάτια τόσων και τόσων ανθρώπων που θαύμαζαν την τεχνική του, το ταλέντο του, τον μύθο που ακολουθούσε κάθε παράσταση του, κάθε κίνηση του, κάθε συνέντευξή του.
Από την άλλη, τα φώτα έσβηναν, οι ανάσες εξαφανίζονταν, κάθε θόρυβος λούφαζε σε άλλα μέρη. Ήταν μόνος. Τελείως μόνος. Μόνο σκιές που τρεμόπαιζαν κάτω από το αδύναμο φως που είχε απομείνει για να μπορέσει να του δείξει το δρόμο στο διάδρομο για να φτάσει στην έξοδο. Μόνο μια σκόνη που απαλά καταλάγιαζε για να ξεκουραστεί πάνω στα καθίσματα, στη μοκέτα, στο πάτωμα.
Έκανε ένα γύρω με το βλέμμα του στη σκηνή και ζωντάνεψαν μπροστά του οι διάλογοι, τα βήματα, οι κινήσεις των άλλων ηθοποιών, έβλεπε να τρέχει ο διάλογος του έργου, να ζωντανεύει πάλι η πλοκή του έργου μπροστά σε ένα άδειο θέατρο, χωρίς θεατές. Μόνο αυτός, κεντρικός ήρωας και θεατής μιας ιστορίας που κάποιος συγγραφέας την έγραψε για να την παίξει αυτός ο ίδιος. Μιας ιστορίας που ήταν ψεύτικη, αλλά μπορεί να ήταν και αληθινή. Και αυτός κεντρικός ήρωας, να καταδυναστεύει ζωές και να κυνηγάει χίμαιρες.

Κάθε βράδυ, κάθε απόγευμα που μάζευε τα συντρίμμια του, τα έκανε χαμόγελο, τα έκανε δύναμη και τα φώτιζε λαμπερά κάτω από τους κίτρινους προβολείς της σκηνής. Πόσο αφιλόξενη είναι η ζωή; Πόσα παιχνίδια μπορεί να παίξει με την ψυχή του; Να είναι δυνατός πάνω στο σανίδι κάτω από τα δυνατά φώτα, την απόλυτη ησυχία, το ξαφνικό χειροκρότημα ενός βαθύ σκοταδιού που ακουγόταν μέσα από το φως της πλατείας. Ένα ρίγος σκαρφάλωσε σε όλο του το κορμί. Ήταν το τέλος και η αρχή. Πότε ξεκινούσε το ένα και πότε το άλλο; Τα είχε μπερδεμένα μέσα του. 
Έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι, πάνω στο τραπέζι του σκηνικού, σηκώθηκε όρθιος και το βλέμμα του έτρεξε μέχρι την έξοδο, στην άλλη άκρη της αίθουσας.
- Κύριε Μακρή, θα μείνετε κι άλλο; Θα κλείσουμε. Έχετε κλειδιά;