Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Η Πηνελόπη Τζιώκα παρουσιάζει το "Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος" του Βασίλη Μόσχη στις εκδηλώσεις ΕΑΡΙΝΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΩΝ ΜΟΥΣΩΝ 2013

Παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Μόσχη
Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος

Κυρίες και κύριοι,
Αγαπητοί φίλοι και φίλες

Χαίρομαι για τη συμμετοχή μου σε αυτό το λογοτεχνικό πρωινό και την επικοινωνία μου μαζί σας, για πράγματα που φαντάζουν πολυτέλειες και “άλλα ηχηρά παρόμοια” σε άνυδρους και δύσκολους καιρούς . Όμως ακριβώς σε εποχές που μας αντιστέκονται και μας εγκλωβίζουν στη μιζέρια της καθημερινότητας, το να μιλήσουμε για λογοτεχνία, να αφιερώσουμε λίγο χρόνο και να ανταλλάξουμε απόψεις, βλέμματα, λέξεις με αφορμή ένα λογοτεχνικό έργο ή έναν λογοτέχνη είναι μια βαθιά πράξη ανθρωπιάς, η δική μας αντίσταση στον οδοστρωτήρα της βιοτικής ανάγκης. Συνεπώς η ενασχόλησή μας με τη λογοτεχνία, ειδικά τώρα, δεν είναι πάρεργο, πολυτέλεια, αλλά συνειδητός τρόπος να προστατεύσουμε την ευαισθησία μας, τις αξίες μας, την ανθρώπινη ισορροπία μας.
Με αυτά τα δεδομένα η σημερινή λογοτεχνική συνάντηση  συνιστά ομολογία ότι το λογοτεχνικό έργο και ο λογοτέχνης λειτουργούν ως πνευματικά αντισώματα στο μολυσμένο περιβάλλον, που μας βοηθούν με το παραμύθι της ζωής ιδωμένο αλλιώς να στήνουμε γέφυρες επικοινωνίας με το χώρο, τον χρόνο, τους ανθρώπους, να πολλαπλασιάζουμε τις ζωές μας, να διαστέλουμε το χώρο και τον χρόνο μας.
Ειδικά ο μυθιστορηματικός κόσμος του Βασίλη Μόσχη προσφέρει γενναιόδωρα αυτή τη διαστολή του χρόνου, του χώρου, των ανθρώπων. Αναφέρομαι βέβαια στο έργο του Χιλιάδες χρώματα στα μάτια της που έχει ήδη εξαιρετική αποδοχή από τους αναγνώστες και στο επόμενο, υπό έκδοση μέσα στο καλοκαίρι , με τίτλο Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος...
Ο Βασίλης Μόσχης συνεχίζει τη συγγραφική του δράση στερεώνοντας  το στίγμα της γραφής του. Συγκαταλέγομαι στους προνομιακούς αναγνώστες ,  καθώς διάβασα το έργο πριν εκδοθεί. Έτσι μου δίνεται η ευχέρεια να παρακολουθώ τη συγγραφική πορεία και το λογοτεχνικό αποτέλεσμα εν τη γενέσει του, με τις ωδίνες που συνεπάγεται, τη χαρά, τις επιφυλάξεις, τις συναισθηματικές μεταπτώσεις, την ικανοποίηση στη σταδιακή μορφοποίησή του.
Ας πούμε ότι παρακολουθώ τον συγγραφέα, όταν διπλασιάζεται για να παράγει το έργο του. Τι θέλω να πω: Ο Βασίλης Μόσχης γράφει συστηματικά, εργαστηριακά, μου θυμίζει τις περιγραφές του Γ. Σεφέρη για τον τρόπο εργασίας του. Ο Βασίλης χρειάζεται το χώρο του, τον χρόνο του, τις συνθήκες για να εργαστεί ως λογοτέχνης. Όταν λοιπόν εισέρχεται στο γραφείο του για να “γράψει”, αφήνει τον άλλον Βασίλη με τις καθημερινές σκοτούρες, φροντίδες, ενασχολήσεις, συμπεριφορές απέξω... Κλείνοντας την πόρτα του γραφείου του  ο Βασίλης- λογοτέχνης ζει τον κόσμο των ηρώων του, των καταστάσεων και των συνθηκών τους. Και είναι διακριτοί οι δύο κόσμοι, αν και υπόγεια συγκοινωνούντες. Δηλαδή: Το βιωματικό απόθεμα, οι καθημερινές εμπειρίες, τα ακούσματα, το πνευματικό και πολιτιστικό υπόβαθρο, η στάση ζωής, οι αξίες αποτελούν τη στέρεη βάση πάνω στην οποία υφαίνεται ο κόσμος του μυθιστορήματος, σε τέτοιο βαθμό που έχει κανείς την εντύπωση ότι αυτός ο λογοτεχνικός κόσμος εξαφάνισε τον “άλλον τον πραγματικό” για να ανακαλύψουμε εκ νέου το τελευταίο ως επεξεργασμένο περιεχόμενο και ουσία του λογοτεχνικού σύμπαντος του δημιουργού.
Αυτή την αίσθηση λοιπόν της πάλης, της συμπλοκής των δύο κόσμων, του διπλασιασμένου 'εγώ” αλλά συνάμα ενιαίου, μου έδωσε η λάθρα εισχώρησή μου  στο λογοτεχνικό εργαστήριο του Βασίλη Μόσχη. Έτσι μου είναι ίσως πιο εύκολο να ερμηνέψω τα κοινά αφηγηματολογικά γνωρίσματα που παρουσιάζουν τα δύο έργα του.
 Στο υπό έκδοση μυθιστόρημα Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος παρακολουθούμε την προσωπική ιστορία φαινομενικά ανεξάρτητων ατόμων που, όπως συμβαίνει άλλωστε στην καθημερινότητά μας, για κάποιο τυχαίο λόγο συνυπάρχουν ή συναντιούνται, διασταυρώνονται, φιλιώνουν, εχθρεύονται, απομακρύνονται, συγκλίνουν... Το κάθε πρόσωπο φέρει το παρελθόν του, ατομικό και συλλογικό, την αλήθεια του, τη φενάκη του, τα μυστικά του, τις ενοχές του, τις πληγές του, τις προσδοκίες του, τις αναζητήσεις του...
Το κάθε πρόσωπο έχει μια πορεία στο χώρο και στο χρόνο, άλλοτε αρχινημένη από τον ίδιο και άλλοτε από κάποιον άλλον. Μικρές γραμμές ζωής, η μια μετά την άλλη, η μια μέσα στην άλλη, απέναντι στην άλλη συναποτελούν το μεγάλο κουβάρι της ζωής. Σε αυτό το  νέο έργο λοιπόν ο ανθρωπολογικός ορίζοντας παραπέμπει σε ανθρώπους της Αθήνας της μεταπολίτευσης: ηθοποιός, δικηγόρος, επιχειρηματίας, οικιακή βοηθός, νοικοκυρές.
Καθώς ξετυλίγεται η ζωή του καθένα, η κίνηση προς τα μπρος μεταστρέφεται σε κίνηση προς τα πίσω, στον πόλεμο του  '40 και πιο πίσω στους Βαλκανικούς πολέμους και τον Μακεδονικό αγώνα, οπότε τα πρόσωπα πολλαπλασιάζονται, αποκτούν βάθος και εμφανίζονται ο τσιφλικάς, η παρακόρη, ο αγρότης, οι χωριάτες και άλλοι πολλοί χαρακτήρες που έχουν τη θέση τους στην πλοκή και συμπληρώνουν τον ιστορικοκοινωνικό φόντο του έργου.
Ο παραμυθάς αφηγητής γλιστράει επιδέξια την αφήγηση, με τρόπο ώστε φωτίζοντας τα πρόσωπα των ηρώων, το τώρα της ζωής τους, το κοινωνικό και ψυχολογικό υπόβαθρό τους να τα συνδέει με τον ιστορικό χρόνο, τα ιστορικά γεγονότα, όχι με την αίσθηση του σημαντικού, αλλά του αναγκαίου συλλογικού γεγονότος που εισβάλλει στον μικρόκοσμο των ηρώων και τον ανατρέπει. Το ιστορικό γεγονός, η ιστορική καταγραφή μέσα στο έργο φαίνεται ότι έχει σημασία για τον Βασίλη Μόσχη από την πλευρά του συγκεκριμένου απλού ανθρώπου, που από τύχη βρέθηκε “εκεί, τότε”.
Σε αυτό, όπως και στο προηγούμενο έργο του, η πορεία ζωής των ανθρώπων τοποθετείται σε ένα αναγνωρίσιμο κοινωνικό και ιστορικό φόντο. Οι τοιχογραφίες των εποχών συντίθενται από μεγάλα και μικρά γεγονότα. Το ιστορικό με το καθημερινό, το συλλογικό με το ατομικό, διαπλέκονται και αλληλοπροσδιορίζονται. Όμως ο αφηγητής κατέχει τη μαστοριά να δένει ανεπαίσθητα το ιστορικό γεγονός με την ατομική μοίρα αμφίδρομα. Οι άνθρωποι προκαλούν γεγονότα και ανατρέπονται από αυτά. Στο  Κράτησέ μου μια αλήθεια για το τέλος είναι εξαιρετικός ο τρόπος με τον οποίο αισθητοποιείται η εισβολή του πολέμου στον μικρόκοσμο των ανθρώπων, όχι ηρωικά, όχι από πάνω, αλλά υπόγεια, σαν το ξαφνικό κακό που βρίσκει τους ανθρώπους και εκείνοι αντιδρούν, όπως αντιδρούν για να επιβιώσουν. Όμως οι επιλογές, οι πράξεις, τα συναισθήματα δεν σταματούν την ώρα που εμφανίζονται, συνεχίζουν την πορεία τους σαν την κίνηση του ντόμινου, και συνεχίζουν να υπάρχουν σαν μνήμη, σαν πληγή, σαν ενοχή, που στοιχειώνουν τη συνέχεια.
Ο βασικός ήρωας του έργου είναι ηθοποιός και κάποια στιγμή πρέπει να ανακαλύψει την αλήθεια της καταγωγής του. Με κέντρο την Αθήνα της μεταπολίτευσης η αφήγηση εξακτινώνεται στο χώρο και στο χρόνο με τρόπο σαγηνευτικό, πειστικό, αληθοφανή. Στον χρόνο ο εικοστός αιώνας γίνεται στιγμές στη ζωή των ανθρώπων και ο χώρος εναλλάσσεται : Αθήνα, Λιτόχωρο, Λιβάδι, Παντελεήμονας, Σούνιο, Ύδρα, Αμερική... Η καταγωγική αλήθεια αποτελεί το μίτο αυτού του έργου που συνθέτει όλο το φάσμα των δυνατών σχέσεων και συναισθημάτων, όπως αγάπη, έρωτας, μίσος, αποστροφή, φιλία, απάτη, απελπισία, αγωνία, λύτρωση, απόρριψη...
 Ο Βασίλης Μόσχης επιμένει να γράφει τριτοπρόσωπα. Υιοθετεί τον τρόπο του παντογνώστη αφηγητή. Η επιλογή του αυτή δείχνει τη βιωματική σχέση του συγγραφέα με την αφήγηση του λαϊκού παραμυθιού, με την αφήγηση όπως μας έρχεται από τα βάθη των αιώνων, όπως αφηγείται ο Όμηρος. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση δίνει αυτονομία στο περιεχόμενο, καθώς το τοποθετεί σε ίση απόσταση από τον αφηγητή που το μεταφέρει και τον δέκτη/αναγνώστη που το ακούει/διαβάζει.
Μοιάζει σαν η ιστορία να αποτελεί τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στον αφηγητή και τον αναγνώστη, να είναι κυριαρχική και ανεξάρτητη από το εγώ του αφηγητή και του αναγνώστη και κανένας από τους δύο να μην διεκδικεί την ιστορία ως αποκλειστικό βίωμα. Συγχρόνως η τριτοπρόσωπη αφήγηση επιτρέπει στον αφηγητή- συγγραφέα να ζήσει τη ζωή των ηρώων του, να γευθεί τον μικρόκοσμο των χαρακτήρων που περνούν στο έργο του, να συμπάσχει με τα πάθη τους, να μοιράζεται τα μυστικά τους, να συγκλονίζεται με τις συγκρούσεις.
 Έτσι η τριτοπρόσωπη αφήγηση ταιριάζει στον Βασίλη Μόσχη που περιφέρεται με καταπληκτική άνεση ανάμεσα στους ήρωές του και στις καταστάσεις που βιώνουν, καθώς ήδη τους παρουσιάζει αυθυπόστατους και αυτόνομους.
Σε αυτή την αφήγηση μεγάλος σύμμαχος του πεζογράφου είναι η γλώσσα του. Μεταλλάσσεται ανάλογα με τις εποχές, τις καταστάσεις, τα κοινωνικά, πνευματικά, ψυχολογικά γνωρίσματα του ήρωα. Με αυτή γίνεται πρόδηλο το ήθος και το ύφος των προσώπων. Κρύβει και αποκαλύπτει, στήνει σκηνικά, υπονομεύει την πράξη ή την επιβεβαιώνει, λέει ή καλύπτει αλήθειες αναζητώντας την αλήθεια. Βέβαια πέρα από την αληθοφάνεια των χαρακτήρων ιδιαίτερα στα διαλογικά μέρη, στα καθαρά αφηγηματικά ο συγγραφέας συνεχίζει με οίστρο σε περιγραφές που περισσότερα υπονοούν από αυτά που άμεσα λένε.
 Στο απόσπασμα που για επίλογο αυτής της παρουσίασης διάλεξα να διαβάσει ο συγγραφέας θα παρακαλούσα να παρακολουθήσουμε την περιγραφή του ήρωα που ψάχνει στο σκοτεινό και εγκαταλειμμένο σπίτι σημάδια της καταγωγικής του αλήθειας. Η περιγραφή του έξω χώρου αισθητοποιεί τον έσω κόσμο του ήρωα, ενώ το είδωλό του στον παλιό καθρέφτη αποδίδει τις ίδιες τις όψεις της ύπαρξής του μέσα στο χρόνο και σε σχέση με τους άλλους: Αυτός και ο αντικατοπτρισμός του, δηλαδή το είδωλό του στον καθρέφτη και στα δικά του μάτια, στα μάτια της Μαριάνθης, της Δανάης, της Ζωής, του Γεράσιμου, του Νικόλα... Αυτός και η αλήθεια του... Ή μάλλον το είδωλο της αλήθειας του;

Ακολούθησε το μονοπάτι με τις πέτρες που οδηγούσε στη πορτούλα, που ένωνε τις δυο αυλές στην πίσω μεριά των σπιτιών. Έτριξε δυνατά, σκουριασμένη τόσα χρόνια από την αχρησία. Κοίταξε γύρω μην τον δει κανείς. Ποιος να τον δει; Μέσα στο δικό του σπίτι;
Γύρισε αργά το κλειδί, τον δυσκόλεψε λίγο. Πόσα χρόνια είχε να δουλέψει η κλειδαριά; Σπρώχνοντας την πόρτα, ένα διαπεραστικό τρίξιμο πλημμύρισε το σκοτεινό δωμάτιο. Μια γεύση σκόνης και η βαριά ατμόσφαιρα τον έκαναν να οπισθοχωρήσει. Είχε παλιώσει πια ο αέρας. Δεν έβλεπε καθαρά. Τα παντζούρια θεόκλειστα, σχεδόν χτιστά πάνω στα παράθυρα. Πόσα χρόνια είχαν να ανοίξουν;
Θα χρειαζόταν ένα φακό, ένα φανάρι κάτι που να έβγαζε φως για να μπορέσει να δει. Γύρισε σπίτι και βρήκε μια γκαζόλαμπα. Την άναψε και κρατώντας την έτσι αναμμένη ξαναγύρισε πίσω. Μπαίνοντας, αυτή η μικρή φλόγα σκόρπισε στο δωμάτιο. Την δυνάμωσε και παντού γέμισε σκιές ο χώρος. Πήρε σάρκα και οστά το σκοτάδι. Τρεμόπαιζε η φλόγα και άρχισαν να τρέχουν οι σκιές τρομαγμένες. Ποιος τις ξύπνησε; Ποιος θέλει να χαλάσει την ησυχία τους; Ποιος είναι αυτός ο απρόσκλητος επισκέπτης που θέλει να ταράξει το λήθαργό τους;
 Στο πίσω μέρος του σπιτιού ήταν η κουζίνα. Προχώρησε σε μια ανοιχτή πόρτα και το φως τον έφερε σε μια μεγάλη σάλα. Και οι άλλες πόρτες ήταν ανοιχτές. Στάθηκε για λίγο ακίνητος προσπαθώντας να νιώσει την αύρα του σπιτιού. Ακούμπησε τη λάμπα πάνω στο μεγάλο τραπέζι. Σε λίγο οι σκιές έμειναν ακίνητες. Το φως έκανε γύρω του ένα φωτεινό στεφάνι. Κοντά του, δεν μπορούσε να πάει μακριά. Ο Αλέξης έβγαλε το λαμπογυάλι και δυνάμωσε τη φλόγα. Ελεύθερη έφτασε μέχρι τους τοίχους. Όλα ήταν σκεπασμένα με άσπρα σεντόνια. Τα έπιπλα, τα κάδρα στους τοίχους, οι καθρέφτες.
Μια ανατριχίλα τον διαπέρασε. Όχι από φόβο, αλλά από την απόλυτη ηρεμία που ήταν διάχυτη παντού. Προσπαθούσε να δει, να διακρίνει, να θυμηθεί. Άρχισε να ξεσκεπάζει τα πάντα, αποκάλυπτε ό,τι ήταν σκεπασμένο ρίχνοντας τα σεντόνια στο πάτωμα. Έμεινε μόνο το τραπέζι σκεπασμένο. Οι πίνακες στους τοίχους ζωντάνεψαν από την αμυδρή ρυθμική κίνηση της φλόγας και τις σκιές που γεννούσε. Ο σκαλιστός καθρέφτης, στον τοίχο αριστερά του, μεγάλωνε το χώρο. Έβλεπε το είδωλο του να στέκει εκεί στη μέση της σάλας και τις σκιές να σκαλίζουν το πρόσωπο του άγριο, σκοτεινό. Δεν ήξερε τι να υποθέσει.
Κάθισε στη μπερζέρα για να πάρει μια ανάσα. Να τα βάλει κάτω και να βγάλει μιαν άκρη. Θα μπορούσε; Από πού να ξεκινήσει; Το σπίτι φαινόταν ακατοίκητο εδώ και χρόνια. Το ήξερε, εξ άλλου, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, δεν είδε ποτέ ανοικτά παράθυρα, κάποιον να μπαίνει, να βγαίνει, κανένα ίχνος ζωής. Γυρνούσαν στην επαρχία, δίνοντας παραστάσεις για να κερδίσουν ένα κομμάτι ψωμί στα  δύσκολα χρόνια της κατοχής, του εμφυλίου. Τον περισσότερο χρόνο έλειπαν. Σπάνια τους έβλεπε κανείς στο σπίτι από τότε που ξεκίνησε ο πόλεμος.
Η Ελίζα ήταν γόνος πλούσιας οικογένειας που ερωτεύτηκε έναν ηθοποιό και τον ακολούθησε. Να πέσουν να πεθάνουν οι γονείς της. Να μην την δουν στα μάτια τους. Κόντευαν να την αποκληρώσουν. Την αποκλήρωσαν; Μπερδεμένα πράγματα. Αλλά αν δεν την είχαν αποκληρώσει, θα έτρεχαν στα βουνά και στα λαγκάδια για ένα ξεροκόμματο; Δεν θα είχε τον τρόπο της; Ποιος να ξέρει; Η μάνα της, έλεγαν, την βοηθούσε κρυφά, πότε έτσι πότε αλλιώς. Δύσκολα και σκοτεινά χρόνια για όλους. Χάθηκαν λεφτά, περιουσίες, άνθρωποι. Ένας χαμένος και άδικος κόπος. Ένα άχρηστο ξημεροβράδιασμα. Αλλά η ζωή είναι ωραία. Πάντα περιμένεις το χαμόγελό της.
Από την οροφή κρεμόταν ένας μαντεμένιος πολυέλαιος με μισοκαμένα κεριά πάνω του. Κατέληγε στο ταβάνι στη μέση μιας σκαλιστής ροζέτας. Στην γωνία απέναντι του, ένα παλιό ανάκλιντρο ταπετσαρισμένο με μπορντό βελούδο. Δυο μπουφέδες από μαόνι, μικρά τραπεζάκια διάσπαρτα, ένας καναπές, δυο πολυθρόνες από βελούδο. Στην αρχή του διαδρόμου ένα μικρό έπιπλο που φιλοξενούσε ένα γραμμόφωνο και τους δίσκους του. Στο βάθος του φαρδύ διαδρόμου, φαινόταν μια ξύλινη σκάλα που ανέβαινε στο επάνω πάτωμα.
Πώς επέζησαν άραγε αυτά μέσα στην μεγάλη καταστροφή; Πόσες αναμνήσεις κουβαλούν; Τι λόγια και ψιθύρους έχουν ακούσει; Ένα παρελθόν, που έζησε, αναζητά να ξαναγεννηθεί; Πόσες απορίες, πόσα ερωτήματα τού άφησε το μυστικό της μάνας του! Θα βρει ποτέ απαντήσεις;…

Κατερίνη 14 Απριλίου 2013

Πηνελόπη Τζιώκα
Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων
Δρ. Φιλοσοφίας