Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2012

Ο Βασίλης Μόσχης γράφει για το μυθιστόρημα "Σε ελεύθερη πτώση" της Κάκιας Ξύδη


Παρουσίαση  “Σε Ελεύθερη Πτώση” της Κάκιας Ξύδη εκδόσεις Οσελότος
28/09/2012 Λάρισα
29/09/2012 Θεσσαλονίκη

Εκεί ο χρόνος είχε σταματήσει. Ο μικρόκοσμος του καθενός γινόταν ένα τεράστιο πρόβλημα...
Δανείζομαι τα πρώτα λόγια της συγγραφέως, έτσι ξεκινά το μυθιστόρημά της. Κάθε μικρόκοσμος έχει το δικό του χρόνο και τον χρησιμοποιεί κατά πως εκείνος θέλει. Είναι εκείνες οι μικρές λεπτομέρειες που φαίνονται γνωστές, οικείες, ασήμαντες, αλλά δημιουργούν τα δικά τους στεγανά και μας ακολουθούν, άλλοτε κατά πόδας, άλλοτε σκαρφαλώνουν πάνω μας και ταλαιπωρούν τις ανάσες μας. Και φυγαδεύουν όνειρα, ελπίδες, στοχασμούς και ανεκπλήρωτες ευχές.
Όλα αυτά ακολούθησε και η συγγραφέας Κάκια Ξύδη και περπάτησε μαζί τους, γεύτηκε τις αισθήσεις τους, ξενύχτησε μαζί τους, βασανίστηκε μέρες ολόκληρες, μήνες, χρόνια και μας προσφέρει ανεμπόδιστα αυτά που προσπαθούμε να αγνοήσουμε στην καθημερινή μας ζωή.
Αναμοχλεύει το χρόνο, θυμάται  τα παλιά και μας οδηγεί πίσω σε μια συναρπαστική επιστροφή και πάλι από την αρχή, στο σήμερα και πάλι πίσω. Όλη η ζωή της ηρωίδας ένα γοητευτικό ταξίδι που πηγαινοέρχεται πάνω στις ράγες των αναμνήσεων της, μέχρι το σήμερα. Η συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί τη γραμμική αφήγηση, η χρήση αναχρονιών κάνει ελκυστική τη γραφή προσθέτοντας νέα στοιχεία  στην ιστορία κάθε φορά, συμπληρώνοντάς την, κομμάτι κομμάτι το παζλ για την τελική εικόνα.
Η ηρωίδα της, η Βασιλική, γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό στη νότια Πελοπόννησο  δίπλα στον άγριο Ταΰγετο. Σε μια ελληνική οικογένεια της επαρχίας με όλα τα εθιμικά οικογενειακά συμπλέγματα που κατέτρεχαν για γενιές τους ανθρώπους της.
Αποκλεισμένα όνειρα, αδύναμες αντιστάσεις και ο χρόνος κυλάει και φεύγει και παίρνει μαζί του ό,τι μπορεί χωρίς να το επιστρέψει. Δεν μπορεί εξ άλλου. Ο χρόνος είναι αμείλικτος, αδυσώπητος και σκληρός. Χαρίζει ρυτίδες, σκληραίνει καρδιές, αποζητά μια ασυνείδητη εκδίκηση, όχι όπως την ξέρουμε, αλλά, γιατί εγώ όχι και εσύ ναι; Εγώ ατύχησα, έχασα τα όνειρά μου, έτσι το ήθελε ο δικός μου χρόνος, ο πόλεμος έφερε τα πάνω κάτω και γκρέμισε αυτό που ονειρεύτηκα. Ήταν η στιγμή που ανακάλυψε το μυστικό της μητέρας της.
Από την άλλη, η εκδίκηση μεταφράζεται σε μια σκληρή αγάπη που δεν μπορεί να βρει τη λογική της σειρά και έτσι η μητέρα της ηρωίδας μας της απαγορεύει να λειτουργεί και να ζει όπως τα άλλα παιδιά της γειτονιάς, όπως τα αδέρφια της.
Η Βασιλική, μεγαλώνει, ζητά να σπουδάσει, να γίνει φοιτήτρια, να κάνει την απόδρασή της και να ξεφύγει και το καταφέρνει. Ερωτεύεται και προσπαθεί να ζήσει το όνειρό της μέσα από τις σχέσεις της. Αλλά μπλέκει σε ένα γαϊτανάκι ανεκπλήρωτων σχέσεων που τροφοδοτούν και προετοιμάζουν σιγά σιγά την ελεύθερή της πτώση. Αποδεικνύεται ότι οι έρωτες της και σαν φοιτήτρια αλλά και σαν δικαστικός πλέον, οι άντρες της ζωή της, δεν ήταν αυτό που αποζητούσε. Η ειλικρίνεια των σχέσεων ανύπαρκτη. Οι άλλοι τα κατάφεραν καλύτερα. Η φίλη της, τα αδέρφια της, αποδείχτηκαν τολμηροί, απαγκιστρώθηκαν από τη μοίρα τους, και την κατεύθυναν αυτοί. Για τη Βασιλική όμως το μονοπάτι της ζωής ήταν σκοτεινό, και έτσι το ακολούθησε, μέχρι τη στιγμή που άρχισε η αντίστροφη μέτρηση, αλλά εκεί κοντά στο χείλος του γκρεμού δεν έκανε ένα βήμα μπροστά αλλά ένα βήμα πίσω, που την οδήγησε στη σωτηρία. Και έγινε η μεγάλη ανατροπή για να κερδίσει.
Η Κάκια Ξύδη φώτισε όλες τις πλευρές, εισέβαλε ορμητικά στις σκέψεις της και μας οδήγησε στον κόσμο της, πόνεσε μαζί της, το ίδιο και εμείς σαν αναγνώστες, και μας χάρισε τη ζωή της ηρωίδας της. Παρατηρεί τον γύρω κόσμο της Βασιλικής και αφουγκράζεται  τους πόνους, τις ελπίδες της, τις επιλογές της.
Είναι η μοίρα που ακολουθεί κάθε άνθρωπο και κατευθύνει τον καθένα στη δική του πορεία; Μαζί μεγάλωσαν η Τασία και η Βασιλική. Φίλες και συμμαθήτριες. Η Τασία ευτύχισε να δραπετεύσει από το δικό της δυστυχισμένο περιβάλλον. Ευτυχείς οι κατοπινές επιλογές της Τασίας, ακολούθησε το δικό της μονοπάτι από τις συμπτώσεις της ζωής της και κατάφερε να βγει στο ξέφωτο το δικό της, σε αντίθεση με τη Βασιλική. Τόλμησε και η ίδια με αρωγό τη μητέρα της που ήταν τελείως διαφορετική από τη μητέρα της Βασιλικής. Ένα συνεχές το τι θα πει ο κόσμος ήταν η φυλακή της Βασιλικής περιορίζοντας τα θέλω της, τη ζωή της τα όνειρά της. Και έτσι μεγάλωσε και πορεύτηκε μέχρι τη στιγμή που θα σπάσουν οι δεσμοί και θα φύγει στην Αθήνα.
Διαφορετικά μεγάλωσε ο Λεωνίδας, που, αντίθετα, λάμβανε το μεγαλύτερο μερτικό της έννοιας της μητέρας τους, αλλά αντιστάθηκε και δραπέτευσε από την ίδια φυλακή. Φυλακισμένος κι αυτός, περικυκλωμένος από την υπέρμετρη αγάπη της μητέρας του. Αλλά και ο Πάνος ανακάλυψε το δικό του δρόμο και ακολούθησε και αυτός.
Μια μάνα τρία παιδιά. Διαφορετικές δόσεις αγάπης και φροντίδας, επηρεασμένη από τις δικές της ανασφάλειες. Άραγε ποιος είναι ο σωστός τρόπος; Κανείς δεν γεννιέται γονιός. Πορεύεται κατά πως μεγάλωσε και αυτός, προσαρμόζει σύμφωνα με τα δικά του μέτρα αυτά που γεύτηκε και αυτά που έζησε. Υπάρχει τρόπος να ανακαλύψει τα δικά του λάθη, τις δικές του ελλείψεις πριν είναι αργά;
Τι να αποζητά η οπτασία του μικρού κοριτσιού σε ένα θάλαμο νοσοκομείου; Είναι η αρχή μιας καινούριας ζωής στο θολωμένο μυαλό της άρρωστης μητέρας; Βλέπει τον εαυτό της ή είναι η απόκρυφη σκέψη για τα χρόνια που πέρασαν; Η ενδόμυχη σκέψη για τη συνέχεια της κόρης της; Η ώριμη σκέψη, που τώρα αν ξεκινούσε από την αρχή, ίσως άλλαζε πολλά; Πόσο βαθιά να σκαλίσει κανείς το άπειρο ενός σκοτεινού τούνελ του μυαλού;
Είναι η δυνατή επιθυμία της ηρωίδας μας να αποκτήσει το δικό της κοριτσάκι που τελικά το είδε από το παράθυρο να έρχεται κρατώντας από το χέρι το Λεωνίδα τον αδερφό της; Είναι αυτό το κοριτσάκι που βοήθησε τη Βασιλική να κάνει μια καινούρια αρχή, να ανοίξει και πάλι τα φτερά της. Γιατί, τι άλλο θα μπορούσε να είναι η ζωή; Ένα σκαμπανέβασμα που τη μια, δίνει λύπες και μετά μετανιωμένη, κουρασμένη πια, χαρίζει χαρές και χαμόγελα!
Ένα ταξίδι μακρινό η ζωή της Βασιλικής, ανάκατα χυμένα τα βήματά της σε δρόμους και μονοπάτια που την μπέρδευαν όλο και περισσότερο. Αναζητούσε να βρει τον εαυτό της, να ξεδιαλύνει τη σκέψη της μάνας της, που κυριαρχούσε σε κάθε δική της σκέψη, σε κάθε κίνησή της, σε κάθε δική της απόφαση.
Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και η μητέρα της αδύναμη και ανήμπορη σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, η Βασιλική ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεών της, θυμάται, στοχάζεται, τα βάζει κάτω, τα ζυγιάζει και προσπαθεί να τα μετρήσει, να τα υπολογίσει. Τι να σημαίνουν τα δάκρυα της μητέρα της που δραπέτευαν κρυφά από τα κλειστά της βλέφαρα όταν η κόρη της, μπροστά στο κουρασμένο της μυαλό, είχε ανακαλύψει την κρυφή και ξεχασμένη αλληλογραφία της, που βαθιά κρυμμένα, κρατούσε εδώ και δεκαετίες για τον νεανικό της έρωτα; Πόσο οι αναμνήσεις κρατούσαν τη δύναμή τους σε ένα θολωμένο μυαλό και κατάφεραν να ζουν ακόμη και τώρα; Πόσο δυνατά ήταν τα μάτια της ψυχής της για να αντιληφθεί ότι η κόρη της ανακάλυψε το μικρό της ερωτικό μυστικό. Ήταν δάκρυα νοσταλγίας για έναν πια χαμένο έρωτα, μια στιγμή στην αιωνιότητα που ποτέ δεν είχε ξεχάσει; Δάκρυα που απεγνωσμένα ζητούσαν δικαίωση; Τι από όλα αυτά;  Ήταν δάκρυα συγγνώμης για τα λάθη που ίσως αναγνώριζε τώρα, αλλά ήταν πλέον αργά;
Σε κάθε γωνιά, στη ζωή της Βασιλικής μια μικρή θύελλα, ένας ανεμοστρόβιλος που την ζάλιζε και δεν την οδηγούσε πουθενά. Έχανε κάθε φορά το δρόμο της. Προσπαθούσε να χαρίσει συναισθήματα, να χαμογελάσει, να τραγουδήσει τη ζωή, αλλά της ήταν δύσκολο, μέχρι που τα κατάφερε. Μέσα στην οικογένειά της κανείς δεν άνοιγε απλόχερα την καρδιά του. Οι στιγμές ακολουθούσαν ανύπαρκτες επαφές και οι δρόμοι ήταν κλειστοί.
Όταν πια χάθηκαν όλες οι ρίζες, και η καταστροφή στεκόταν απειλητικά επικίνδυνη, ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση. Ο δρόμοι άρχισαν να ενώνονται, οι επαφές να γίνονται συγκεκριμένες, η ανθρώπινη σχέση να παίρνει ένα ροδαλό χρώμα από το οξυγόνο που απλόχερα της δινόταν.
Η συγγραφέας Κάκια Ξύδη περιπλανήθηκε σε μια κλασική ελληνική οικογένεια και έζησε μαζί της κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου της. Μια μητέρα που καταδυνάστευε την κόρη της, χάριζε απλόχερα την αγάπη της στο γιο της Λεωνίδα, περιόριζε τον Πάνο στη μοναχικότητά του.
Το κυρίαρχο πρόσωπο σε όλη την ιστορία είναι η Βασιλική. Όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου συνδέονται μαζί της αλλά και δημιουργούν ξέχωρα τον δικό τους μικρόκοσμο. Η φίλη της η Τασία από μικρά παιδιά μαζί, αλλά και μετά από χρόνια επιστρέφει για να την συντρέξει. Τα αδέρφια της, άντρες πια, έχουν δημιουργήσει τις δικές τους ρίζες. Οι άντρες της ζωής της που την στιγματίζουν και στο τέλος αποσύρονται για διαφορετικούς λόγους ο καθένας. Μεγαλωμένη σε έναν αυστηρό για αυτήν περιβάλλον, σχηματίζει μια προσωπικότητα,  που κουβαλά αγκομαχώντας, όλα τα λάθη της δημιουργίας της.  Ακολουθεί τις ηθικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το στεγανό περιβάλλον μιας τυπικής οικογένειας στον περιοριστικό μικρόκοσμο της επαρχίας. Πλήθος οι περιορισμοί και οι υποχρεώσεις για αυτήν. Υπόσχεται στον πατέρα ότι θα αναλάβει να φροντίζει την μητέρα τους. Μόνη της, τα αδέρφια της έχουν χαράξει το δικό τους δρόμο, συνεχίζοντας να γεύεται την πορεία της μοίρας της.
Η γλώσσα του κειμένου αφουγκράζεται ποιητικά τα συναισθήματα της κεντρικής ηρωίδας ακουμπώντας τις πιο ευαίσθητες χορδές της. Η Βασιλική δεν εντυπωσιάζει με τη δύναμη του χαρακτήρα της. Αντίθετα είναι συμπαθητικά αναγνωρίσιμη και εντυπωσιάζει με την αδυναμία του χαρακτήρα της.
Και φυσικά, πολλοί από εμάς θα αναγνωρίσουμε οικείες καταστάσεις, γνώριμα συναισθήματα και εκτυφλωτικά φωτεινές γωνιές της δικής μας ζωής!
Η ζωή της Βασιλικής είναι οι δικές μας ζωές που η συγγραφέας ψηλάφισε στα βήματα των ηρώων της, ένιωσε τις σκέψεις τους, τις αγωνίες τους, τα όνειρά τους. Και όλα αυτά δικά μας, όλων μας! Μας τα έδωσε με τη γραφή της! Για να τα ξαναθυμηθούμε και να αλλάξουμε…
Κάκια, σε ευχαριστούμε! 
                                    Από την παρουσίαση στη Θεσσαλονίκη! 
Σοφία Βόικου, Κάκια Ξύδη, Βασίλης Μόσχης

 Από την παρουσίαση στη Λάρισα! 
Βασίλης Μόσχης, Γιώτα Φώτου, Κάκια Ξύδη, Κασσιανή Νατσιούλη