Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ ! Ο Βασίλης Μόσχης στην εφημ. ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ | ΚΑΤΕΡΙΝΗ



Δεν ξέρω ποιο να πιστέψω!
Δεν ξέρω ποιος θέλει το καλό μου. Δεν ξέρω πια τίποτα. Το άρρωστο βλέμμα μου καρφώνεται πια στο κενό. Ένα σωρό ακατάληπτοι ήχοι γυροφέρνουν την ακοή μου πουλώντας την πραμάτειά τους. Αδύναμος να αντισταθώ.
Το ξέρω, θα πεινάσω. Το ξέρω, τα όνειρά μου απογοητεύτηκαν. Το ξέρω, τα όνειρα των παιδιών μου τσαλαπατήθηκαν.  Είτε έτσι, είτε αλλιώς. Είτε εγκρίνω, είτε δεν εγκρίνω. Κοιτάζω το αμαρτωλό παρελθόν μου και αναρωτιέμαι πόσο γλυκές ήταν οι στιγμές μιας ψεύτικης λεωφόρου που περπάτησα.
Ποιοι είναι οι σωτήρες μου τώρα;  Ποια μπορεί να είναι η σωτηρία μου; Οι υποσχέσεις που θα φέρουν μια γλυκόπικρη αλλαγή στον καινούριο ορίζοντα που μου χαμογελά περιπαιχτικά εδώ και κάμποσους μήνες; Οι υποσχέσεις που θα φέρουν την πλήρη ανατροπή και μια θέση στη γωνιά του δρόμου με ένα απλωμένο χέρι; Δεν έχω την παιδεία να σκεφτώ και να αποφασίσω. Και οι δυο δρόμοι δεν μου αρμόζουν. Και αυτό είναι που κάνει πιο αποκρουστική τη σκέψη και την απόφασή μου. Επειδή όταν είχα άπλετο χρόνο δεν ήθελα να σκεφτώ. Τώρα δεν έχω ούτε χρόνο, ούτε σκέψη.
Και τώρα, αυτή την ύστατη στιγμή που ο πανικός χορεύει έναν εκστασιασμένο χορό μέσα στα έντρομά μου μάτια, οι σωτήρες και πάλι υπόσχονται. Και δεν μπορώ να αντιδράσω. Γιατί βοήθησα και εγώ σε αυτό. Και νιώθω αμήχανα που είμαι Έλληνας… Αλλά, θα μου περάσει…
Θέλω να μου περάσει. Κάποια στιγμή θα ξεχάσω τη σημερινή μου αμηχανία, αρκεί να βοηθήσω και εγώ σ’ αυτό. Θα μου είναι δύσκολο, το ξέρω. Αλλά θα επανέλθω πάλι αν δεν αλλάξω. Αν δεν δραστηριοποιηθώ, όχι μόνο με λύσεις της τελευταίας στιγμής αλλά με λύσεις της κάθε τρέχουσας στιγμής. Και τότε να αντιδρώ.
Ίσως αργήσει, γιατί πρέπει να λύσω πρώτα τα δεσμά που ασφυκτικά  κλονίζουν την ισορροπία μου. Πρέπει να μάθω να μην έχω επιλεκτική μνήμη και να προχωρήσω μπροστά. Να φτιάξω καινούρια όνειρα. Να ξεχάσω το ελληνικό όνειρο των περασμένων δεκαετιών, να γυρέψω πίσω ξανά τη ζωή μου από αυτούς που την λεηλάτησαν.
Θέλω να πω κι άλλα, να κοιτάξω επιτέλους κατάματα όλους τους σωτήρες μου, ημεδαπούς και αλλοδαπούς και να τους ρωτήσω πολλά. Εγώ δεν ξέρω πώς φτάσαμε μέχρις εδώ. Επειδή έσβησαν ξαφνικά  τα φώτα. Επειδή δεν ήξερα να γραπωθώ, τότε, από άλλους μηχανισμούς για να μη με αγγίξει σήμερα η φτώχια της δυστυχίας μου. Για να ακολουθώ σήμερα και εγώ, αυτούς που είναι μπλεγμένοι στο γαϊτανάκι των ανίατων θεωριών και των άνυδρων λυγμών!
Είμαι ο Έλληνας του σήμερα, του πάντα, του ποτέ!