Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

ΟΥΔΕΝ ΣΧΟΛΙΟΝ! 29/06/2010


ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜ. "ΟΛΥΜΠΙΟ ΒΗΜΑ" ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ   29/06/2010

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΟΣΧΗΣ

Ενός κακού μύρια έπονται!
Τα μύρια αναφέρονται στα κακά, τα εκατομύρια χάνονται στο ...δώσε και μένα μπάρμπα. Και όποιος προλάβει, πρόλαβε. Διότι μπορεί να μην είσαι στην ώρα σου και φτάνοντας να δεις τα ταμεία άδεια. Τι να πάρεις από ένα άδειο ταμείο; Απολύτως τίποτα!
Μόνο όσοι είναι τυχεροί μπορούν να παραλάβουν και συγχρόνως όσοι ακολουθήσουν την πεπατημένη ...ήμουν και εγώ εκεί. Πόσοι όμως να μπορέσουν να είναι; Υπάρχουν και δουλειές. Να αφήσει την δουλειά του ο καημένος και να τρέξει να προλάβει; Δρομέας είναι; Ασυνήθιστος στα κατοστάρια. Αγύμναστος. Θα μείνει στα μισά του δρόμου και θα καταρρεύσει ασθμαίνοντας.
Άλλος μπορεί να λείπει διακοπές, άλλος να είναι στο εξωτερικό. Όλα αυτά χρειάζονται ένα συντονισμό για να μπορέσει ο καθένας να βρίσκεται στη θέση του. Πράγμα αδύνατον και υπερφυσικό. Οπότε για λίγους τυχερούς μόνο που καραδοκούν στην γωνία για να επέμβουν ακαριαίως.
Ακαριαίως μεν αλλά και εναγωνίως διότι μια απελπισία να δέρνει τα υπέροχα μάτια τους την έχουν. Την έχουν; Αρκετές φορές εξαφανίζεται και αρκετές εμφανίζεται από το πουθενά και στα καλά καθούμενα. Και η κάθε επιτυχία της εξαφάνισης εξαρτάται πλέον από την ιδιοσυγκρασία της ελληνικότητας. Αυτής που διέπρεψε σε όλους τους κύκλους των αιώνων μας.
Δεν μπορεί να γίνει κατανοητό διότι μόλις εμφανίζεται ένα νέο γεγονός, ως δια μαγείας οτιδήποτε ταλάνιζε τον πρότερον έντιμον βίον μας διαγράφεται δια ροπάλου και ξανά προς την δόξαν τραβά. Έτσι γεννηθήκαμε, έτσι μεγαλώσαμε και έτσι μάθαμε να διαπραγματευόμαστε την ανηθικότητα του βίου μας. Λαμπρά και περήφανα. Και με αρκετή δόση άμεσης λήθης που κάνει την επιστήμη της ιατρικής να σηκώσει ψηλά τα πιεσόμετρά της!
Ο νεοέλληνας αρέσκεται να ζει άμεσα και να βιώνει τις αγωνίες του και τα πάθη του μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό περιθώριο. Με το πέρας του χρόνου έρχεται ο κορεσμός. Συγχρόνως λοξοκοιτάει προς κάθε πλευρά μην τυχόν και χάσει το επόμενο πάθημα που του έχει συμβεί. Και αγκιστρώνεται σε αυτό ως πεινασμένος οκτάπους. Παράλληλα δηλώνει την “απέχθειά” (;) του για το αμέσως προηγούμενο απατηλό βάσανο και τους κατηγορούμενους βασανιστές του.
Ως μια άλλη υπέροχη Μαινάδα απολαμβάνει τις τελευταίες σταγόνες της έκστασής του που προσφέρεται αφιλοκερδώς. Και ζαλίζεται, και ακολούθως αφήνεται να επιλέξει την καθοδήγησή του στη μέση ενός πολύπλοκου  κέντρου αφετηριών. Δεν ακολουθεί καμία.
Ακόμα παραμένει εκεί!
Ποιος θα τον οδηγήσει;